Μαθήματα σοφίας από ένα κήπο.

12541141_860923944005091_9112829317966825442_n

Το Γεωπονικό Γραφείο μας είναι σε θέση να υλοποιήσει ταχύρυθμα Προγράμματα κατάρτισης Εκπαιδευτών περιβαλλοντικής εκπαίδευσης που έχουν επιλέξει ως θέμα στο σχολείο τους τον Σχολικό κήπο.
Ενδεικτικές θεματικές ενότητες

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΗΠΟΣ
1. Η τοποθεσία του κήπου.
2. Που μπορούμε να καλλιεργήσουμε τα λαχανικά.
3. Πώς θα επιλέξουμε την τοποθεσία του κήπου .
4. Πως θα διορθώσουμε το χώμα.
5. Ποια φυτά και που θα τα βρω.

ΤΟ ΝΕΡΟ
6. Ποιοι οι οικονομικοί τρόποι ποτίσματος.
7. Πόσο νερό θέλουν τα φυτά και πότε.
Η ΘΡΕΨΗ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ
8. Τι συνδυασμούς εδάφους χρησιμοποιούμε
9. Τι είναι τα Φυσικά λιπάσματα
10. Τι είναι τα χημικά λιπάσματα
11. Τι είναι το σπορείο και πως κατασκευάζεται
ΤΑ ΚΗΠΟΥΡΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ
12. Ποια σχολικά εργαλεία χρειαζόμαστε για τον κήπο
13. Πως γίνεται η προετοιμασία του εδάφους για τη σπορά .
14. Πως γίνεται η σπορά και το φύτεμα των λαχανικών
15. Ποιες οι περιποιήσεις μετά το φύτρωμα
16. Πως θα σχεδιάσουμε έναν λαχανόκηπο .
ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ
17. Που σπέρνουμε τους σπόρους για να βλαστήσουν
18. Πως συλλέγω και διατηρώ σπόρους
19. Πόσοι σπόροι ζυγίζουν σε ένα γραμμάριο
20. Η επίδραση του ψύχους κ της ζέστης στη βλάστηση των σπόρων
21. Πόσο διαρκεί η βλαστική δύναμη των σπόρων
22. Πώς γίνεται η απολύμανση των σπόρων
23. Πως γίνεται ένα σπορείο
24. Ποια η τεχνική της μεταφύτευσης
25. Ποια η περιποίηση των φυτών πριν την μεταφύτευση
26. Ποια η περιποίηση μετα την μεταφύτευση ή το φύτρωμα
27. Πως γίνεται η μεταφύτευση των φυτών στην τελική τους θέση .
28. Πως γίνεται πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα .
29. Σε τι βάθος και σε τι αποστάσεις φυτεύουμε
30. Τι είναι οι ποικιλίες ,τι τα υβρίδια και τι οι μεταλλαγμένοι σπόροι
ΕΧΘΡΟΙ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ
31. Τι γνωρίζετε για τα Έντομα (ζωικά παράσιτα )
32. Τι γνωρίζετε για τους Μύκητες – Βακτήρια – Ιώσεις (φυτικά παράσιτα )
33. Τι γνωρίζετε για την φυτο- προστασία με Βιολογικό τρόπο.

Θεωρία : Ανα εποχή του έτους αναλύονται βασικά σημεία που συνδέονται με τις εποχιακές εργασίες στο Κήπο.
Π.Χ τον Χειμώνα καλούνται τα παιδιά να κατανοήσουν την αξία της σιωπής και τη δύναμη που κρύβουν οι σπόροι στο λήθαργο τους .
Μαθήματα Σοφίας απο ενα Κήπο

Περιορισμένος αριθμός θέσεων απο Σεπτέμβριο -Το Σεμινάριο μπορεί να υλοποιηθεί μόλις συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός θέσεων
Επικοινωνήστε για προγραμματισμό θέσεων :
Παπακωνσταντίνου Δημήτριος -Γεωπόνος εκπαιδευτής ΕΟΠΠΕΠ/Β
Τ. 6977 239 066 www.askjim.gr ecogrev@gmail.com

Ενδεικτικές ενότητες που αναλύονται :
1. Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ
Θέστε από την αρχή γερά θεμέλια και η ανάπτυξη (σας ) δεν θα συναντήσει κανένα εμπόδιο.
2. Η ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ
Η φύση μας διδάσκει σιωπηλά …ας ακολουθήσουμε την σοφία της . Παν μέτρον άριστον.Η υπερβολή ακόμη και σε κάτι ωφέλιμο ,θα κάνει αυτό που χτίσατε να καταρρεύσει.
3. Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΕΙΝΑΙ ΑΡΕΤΗ
Δεν μπορείτε να θερίσετε ότι δεν σπείρατε. Για να πραγματοποιήσετε τις επιθυμίες σας, δουλέψτε επίμονα & υπομονετικά και θα ευδοκιμήσουν.
4. ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΣΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ
Τα φυτά όπως και οι άνθρωποι έχουν τις δικές τους ατομικές ανάγκες. Σεβόμαστε την ποικιλομορφία της φύση που μας περιβάλλει και προσφέρουμε στα φυτά μας τη στηριξή μας.
5. ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΣΤΕ ΜΕ ΓΝΩΜΟΝΑ ΤΙΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Κλαδέψτε ότι είναι περιττό : έτσι ευοδώνεται η ανάπτυξη
6. ΟΙ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΣΕΙΣ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΧΡΟΝΟ
Η εξελιξη των ανθρώπων όπως και η ανάπτυξη των φυτών ακολουθεί αλλαγές που απαιτούν χρόνο για να έχουν επιτυχία.
7. ΜΗ ΜΕΝΕΤΕ ΠΟΛΥ Σ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ
Οι ικανότητες που μένουν αχρησιμοποίητες ατροφούν παύουν να υπάρχουν.
8. Αντιμετωπίστε τα παράσιτα
Εξετάστε προσεχτικά τα φυτά σας, εντοπίστε τα παθογόνα και απομακρύνετε τα, όπως ακριβώς και στη ζωή σας.
9. Στηρίζουμε ότι αγαπάμε
Προσφέρουμε τη στήριξη μας στα φυτά και στους ανθρώπους που αγαπάμε, δίνοντας τους την ενέργεια που χρειάζετε για να βρουν το δρόμο τους.
10. Η προσμονή είναι αρετή
Σεβόμενοι τον κύκλο της ζωής αναγνωρίζουμε προσεκτικά την ώρα της συγκομιδής για να δρέψουμε τους καρπούς της εργασίας μας.

11. Εκτιμήστε την ανάπτυξη του Χειμώνα
Θ ανακαλύψουμε αν η φύση σταματά να λειτουργεί τον χειμώνα ή αν δρα ευεργετικά στην συγκέντρωση της ενέργειας που χρειάζονται τα φυτά για την Ανοιξιάτικη λειτουργία τους.
12.Μάθετε να εκτιμάτε τη σιωπή
Ανακαλύπτουμε τη δύναμη της σιωπής. Η σιωπή πολλές φορές αποδεικνύεται σοφότερη από κάθε άλλη ενέργεια, γι αυτό άλλωστε η φύση την έχει υιοθετήσει .

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΚΗΠΟ

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

(Αναδημοσίευση απο https://dasarxeio.com/ )

(Α΄ μέρος)
Από τη μάθηση της γεωργίας στη μάθηση της φύσης
Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«(…) Να ξαναδώσουμε στα πόδια μας το χώμα.
Το πράσινο στο πράσινο,
τον άνθρωπο του Νεάντερνταλ στον άνθρωπο του Νεάντερνταλ.
Δεν ωφελούν πια οι μυώνες
θέλει αγάπη θηριώδη θέλει πήδημα τίγρισσας μες στις ιδέες. (…)»
(«Ο τρωικός πόλεμος», από τη Μαρία Νεφέλη, Οδυσσέας Ελύτης)
.
«(…) τα χέρια σου ήταν μαθημένα σε δεντρόκηπους (…)»
(«Το ύστερο των Σαββάτων», από Τα Ελεγεία της Οξώπετρας,
Οδυσσέας Ελύτης)

Ο άνθρωπος της επαρχίας αντιλαμβανόταν το πράσινο του χωριού του ως στοιχείο των εμβληματικών τόπων (ή των τοποσήμων) του οικισμού όπου ζούσε, δηλαδή της πλατείας, του σχολείου, της εκκλησίας, του μνημείου, του λόφου πάνω από το χωριό. Είχε έτσι αξία γι’ αυτόν η φύτευση στα συγκεκριμένα μέρη. Για το λόγο αυτόν έβλεπε θετικά την προσπάθεια των μαθητών να φυτεύουν στο χωριό τα δενδρύλλια του σχολικού κήπου.

Επιπροσθέτως, θεωρώντας το πράσινο αρμοστό στο σχολικό περιβάλλον, δεν είδε αρνητικά (ή με δυσπιστία) τον κήπο στο σχολειό του χωριού, και περιέβαλε αυτόν με ενδιαφέρον και φροντίδα. Ιδιαίτερα δε, όταν συνειδητοποίησε ότι αποκόμιζε γεωργική γνώση από τον κήπο, και ότι του συνέγειρε τους πόθους του για τη φύση, προσφέροντάς του ικανοποίηση, έδωσε μεγαλύτερη σημασία στο σχολικό κήπο, αντιλαμβανόμενος την σε αυτόν παίδευση του μαθητή ως παίδευση της κοινωνίας – χαρακτηριστική είναι η περίπτωση, που γέροντας σε χωριό μού τόνισε δείχνοντας το χορταριασμένο σχολικό κήπο τού από δεκαετίες κλειστού σχολείου, ότι κει ο μαθητής «μάθαινε ωραία πράγματα»!

Ο άνθρωπος λοιπόν της επαρχίας, λόγω της άμεσης σχέσης που είχε με το φυσικό περιβάλλον του τόπου του, δεν ήθελε πολύ για να εγερθεί από τη μαθητική προσπάθεια στο σχολικό κήπο και να την αγκαλιάσει με ζέση, συνεργώντας και ο ίδιος στο υπέρ της φύσης έργο.

Κρατούσε ακόμη η πρωτεύουσα τα φυσικά της στοιχεία. Αριστερά: Το Ψυχικό το 1926 ως δασο-χορτολιβαδική έκταση [αποτυπώνεται η έναρξη των εργασιών (εργασίες εκσκαφής με δυναμίτη), για την ανέγερση του Κολλεγίου Αθηνών (από το αρχείο της ΕΡΤ)]. Δεξιά: Τοπίο φυσικό στο Χαλάνδρι (πίνακας του Στέλιου Μηλιάδη).
Ο άνθρωπος της πόλης από την άλλη μεριά, μπορεί να μη ζούσε στη φύση, όπως εκείνος της επαρχίας, όμως δεν ήταν αποξενωμένος από αυτήν, όπως ο σημερινός αστός, καθώς ζούσε σ’ ένα περιβάλλον αστικό μεν, αλλά όχι τόσο απομακρυσμένο από τη φύση.

Υπήρχαν κήποι στα σπίτια, αυλές λουλουδιασμένες, χωράφια μεταξύ των οικιών, λόφοι απείραχτοι, «λιβάδια» αγριολούλουδων στ’ άχτιστα οικόπεδα. Υπήρχαν ακόμη λίγα αυτοκίνητα να «ενοχλούν» στην πόλη, υπήρχε η γειτονιά και η ανθρώπινη επαφή, ενώ η κατοίκηση δεν είχε αποκτήσει την ασφυκτική στενότητα τού σήμερα.

Δινόταν έτσι η δυνατότητα στον αστό να δει παραπέρα από το όριο του οικοπέδου του ή των τοίχων του σπιτιού του, και μέσα από την κοινή προσπάθεια ν’ απαιτήσει την ποιότητα στη ζωή του, διά της επαφής του με τη φύση. Ήθελε η πόλη να ´χει φύση• να διατηρήσει την υπάρχουσα ή να τη δημιουργήσει όπου δεν υφίστατο. Γι’ αυτό και φύτευε λόφους, έφτιαχνε πάρκα και προστάτευε το αστικό πράσινο. Ο σχολικός κήπος έτσι, δεν ξένισε τον αστό, ο οποίος τον είδε περισσότερο θετικά για την κηπουρική του αξία και λιγότερο για τη γεωργική. Τον αγκάλιασε λοιπόν κι αυτός, όπως ο άνθρωπος της επαρχίας, εκτιμώντας τη σημαντική προσφορά του στην κοινωνία.

Ήταν, συνεπώς, η ελληνική κοινωνία θετική για το σχολικό κήπο, θεωρώντας ότι αποτελεί μέρος στην υπέρ του ελληνικού περιβάλλοντος (του φυσικού, στο οποίο εντασσόταν και το αγροτικό, καθώς και του αστικού) προσπάθεια που συντελούνταν. Τούτο θα είχε τα ποθητά αποτελέσματα με την καλλιέργεια κατάλληλης παιδείας και με την ανάλογη δραστηριοποίηση των ανθρώπων. Αυτό προσπαθήθηκε τότε…

Το παιδί στο χωριό είχε φύση πολύ μέσα του και ζούσε με αυτήν. Την ένοιωθε αλλά δεν την ήξερε, και δε μπορούσε σωστά να τη διαχειρισθεί. Ο σχολικός κήπος είχε αποστολή να του τη μάθει… (στις φωτογραφίες: τσοπανόπουλο σε περιοχή των Ιωαννίνων).

Το παιδί στην πόλη δεν είχε βιώματα με τη φύση και ζούσε μακριά της. Ο σχολικός κήπος είχε αποστολή να του τη γνωρίσει και να τον κάμει να την αγαπήσει και να την προστατέψει… [στις φωτογραφίες: παιδιά σε προπολεμικό αθηναϊκό πάρκο (στο Πεδίον του Άρεως) και παιδιά της πόλης στις καλοκαιρινές τους διακοπές στο χωριό].

Η πολιτεία, λειτουργώντας στο νέο πνεύμα των καιρών, που ήθελε το μαθητή να εντρυφά στη γνώση και να μην τη λαμβάνει ξερά και στείρα, είδε -τουλάχιστον στο δυνατό που το μπορούσε, στο πρωταρχικό κείνο στάδιο- το σχολικό κήπο στο επίπεδο της σπουδής στο περιβάλλον και της απόκτησης πρακτικής γνώσης στη γεωργία, καθώς και στην εκ τούτων προσφορά στην κοινωνία• κι όχι στο επίπεδο της προπαρασκευής εργατών ή καταρτισμένων επαγγελματικά ατόμων στους τομείς της γεωργίας και των συναφών της κλάδων (την κτηνοτροφία, τη μελισσοκομία, τη σηροτροφία κ.ά.)

Εξάλλου, δεν ήταν σκοπός του νέου σχολείου εργασίας να παράγει εργάτες. Ήθελε να δημιουργήσει εξασκημένους στη γνώση ανθρώπους, παιδευμένους, συνειδητοποιημένους και ξυπνούς, που θα προσφέρουν πολλαπλώς στην κοινωνία -κάτι που φυσικά δεν υφίστατο ως αντίληψη κατά τον 19ο αιώνα, αφού με τα νομοθετήματα των Βαυαρών κυρίως, αποσκοπούνταν στο να παραχθούν γεωργοί.

Με τη νέα εκπαιδευτική, την οποία στο παρόν χωρίο την προσδιορίζουμε πριν από το Μεσοπόλεμο (για την ακρίβεια, μέχρι την πρώτη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1920), απεμπλέκεται η γεωργική μόρφωση των «αγροτόπαιδων» (έκφραση κοινή στα νομοθετήματα της εποχής), την οποία είχε καθιερωθεί να λαμβάνουν στα πλαίσια λειτουργίας του σχολικού κήπου, από τη βασική του σχολείου.

Η μόρφωση στο σχολικό κήπο θεωρείται «περιβαλλοντική», με τη σύγχρονη έννοια του όρου, αφού δι’ αυτής αποσκοπείται «… η αγάπη των παίδων, ο ζήλος και το ενδιαφέρον προς τα δένδρα, χάριν παιδαγωγικού σκοπού και χάριν προδιαθέσεως των μελλόντων πολιτών διά την εν τη κοινωνία δράσιν των» (από το Κεφ. Γ΄ με τίτλο «Σχολικοί Κήποι» της εγκυκλίου με αριθ. 6069/24-9-1916 του Υπουργού των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως).

Η απεμπλοκή του μαθητή από τη γεωργία και ο προσανατολισμός του σε αμιγώς παιδευτικά αντικείμενα (θεωρητικά και πρακτικά), επιβεβαιώνεται με την ψήφιση του νόμου 300 του 1914, με τον οποίο ιδρύονται Πρακτικά Γεωργικά Σχολεία στη χώρα.

Συγκεκριμένα, ιδρύεται ένα κατά νομό, στο οποίο ο μαθητής σπουδάζει για δύο έτη τη γεωργία, ενώ αργότερα, με το νόμο 2203/1920, δινόταν η δυνατότητα να παρατείνεται η σπουδή γι’ ακόμη ένα έτος. Οι μαθητές στα σχολεία αυτά έχουν ηλικία μεταξύ δεκατεσσάρων έως δεκαεννέα ετών, κάτι που σημαίνει ότι έχουν μεταβεί του σταδίου της δημοτικής εκπαιδεύσεως.

Σκοπός της δημιουργίας των Πρακτικών Γεωργικών Σχολείων είναι «η πρακτική επαγγελματική μόρφωσις τέκνων γονέων απασχολουμένων αποκλειστικώς ή εν μέρει με την γεωργίαν ή κλάδον τινά αυτής, ούτως ώστε να καθίστανται ικανά ίνα γείνωσι καλοί γεωργοί-τεχνίται, να εκμεταλλεύονται καλώς τα ίδιά των κτήματα, να διεξάγωσι μικράς γεωργικάς επιχειρήσεις, ή να αναλαμβάνωσιν επιστασίαν ή υπηρεσίαν αρχιεργάτου εις οιανδήποτε γεωργικήν επιχείρησιν» (άρθρο 3 του νόμου).

Με το άρθρο 17 του ίδιου νόμου μετατρέπεται η πρακτική γεωργική σχολή Κασσαβετείας στο Αϊδίνιο Μαγνησίας (η μόνη σχολή που μέχρι τότε εκπαίδευε γεωργικά τους νέους) σε Πρακτικό Γεωργικό Σχολείο. Με το νόμο 2203 του 1920 -ένα νόμο που όπως λέγεται τον συνέταξε ο θεμελιωτής των σχολικών κήπων στην Ελλάδα, γεωπόνος Σπυρίδων Χασιώτης-, δόθηκε η δυνατότητα ίδρυσης και Ειδικών Πρακτικών Γεωργικών Σχολείων μονοετούς σπουδής αποκλειστικώς της γεωργίας. Πρέπει ν’ αναφερθεί ότι ήδη από το έτος 1897 με το νόμο ΒΥΞΕ, μετατράπηκαν οι γεωργικές σχολές της Αθήνας και της Τίρυνθας σε γεωργικούς σταθμούς (που με το νόμο 3920/1911 έγιναν Πρότυπα Αγροκήπια), ενώ της Κασσαβετείας έγινε πρακτική γεωργική σχολή.

Ο θεσμός των παραπάνω σχολείων διατηρήθηκε μεταπολεμικά, σύμφωνα με το άρθρο 13 του αναγκαστικού νόμου 1546 του 1950, ενώ λίγο νωρίτερα, και προκειμένου να καλυφθούν οι άμεσες, μετά τον πόλεμο, ανάγκες εκπαίδευσης των αγροτών, θεσπίστηκε με τον αναγκαστικό νόμο 920 του 1946, η οργάνωση πρακτικών επαγγελματικών μαθημάτων στους αγροτικούς δήμους και τις κοινότητες της χώρας.

Λίγα χρόνια μετά τη θέσπιση των Πρακτικών Γεωργικών Σχολείων, η κυβέρνηση Ζαΐμη, στην προσπάθειά της να ενισχύσει τη γεωργική εκπαίδευση, έδωσε τη δυνατότητα με το νομοθετικό διάταγμα της 7ης Οκτωβρίου 1927 «Περί γεωργικών σχολείων Μέσης εκπαιδεύσεως», που κυρώθηκε με το νόμο 3790 του 1929, μετατροπής σχολείων της μέσης εκπαίδευσης αγροτικών περιφερειών της χώρας, σε γεωργικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης -εισηγητής αυτού του νόμου ήταν ο τότε υπουργός Γεωργίας Αλέξανδρος Παπαναστασίου.

Ήταν μια κίνηση που διαφοροποιούσε την εκπαιδευτική πολιτική σε σχέση με αυτήν που η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε προηγούμενα προωθήσει, αφού μέρος των σχολείων της χώρας μετατρεπόταν σε (ειδικά) γεωργικά, ξεχωρίζοντας έτσι τα ελληνόπουλα αναλόγως της κοινωνικής τους κατάστασης, και μη δίνοντάς τους τη δυνατότητα να λάβουν την ίδια βασική παιδεία μ’ εκείνη των μαθητών των γενικών σχολείων. Πρέπει να σημειώσουμε ότι, τα συγκεκριμένα γεωργικά σχολεία λειτουργούσαν στα πλαίσια της βασικής εκπαίδευσης και δεν συνίστατο ως επόμενο στάδιό της, όταν δηλαδή το παιδί τέλειωνε το σχολείο• που τέτοια ήταν τα Πρακτικά Γεωργικά Σχολεία.

Στα νέα αυτά γεωργικά σχολεία, οι μαθητές διδάσκονταν υποχρεωτικώς γεωργικά μαθήματα και εκπαιδεύονταν πρακτικώς στις γεωργικές γαίες, που όφειλε να κατέχει κάθε σχολείο (τις κατείχε κατόπιν δωρεάς, μίσθωσης ή απαλλοτρίωσης, και οι οποίες ήταν μέχρι 50 στρέμματα). Ασφαλώς μια τέτοια ενέργεια, ληφθείσα, όπως διαβάζουμε στα τότε πρακτικά της Βουλής, για «τη γεωργική προπαιδεία των νέων που ήθελαν ν’ ασχοληθούν με τη γεωργία»,

παρεξέκκλινε των βασικών αρχών του γενικού σχολείου μέσης εκπαίδευσης, κι ειδικότερα του σχολείου εργασίας, όπως παραπάνω το προσδιορίσαμε, καθώς αντιμετώπιζε ειδικά τη μόρφωση των νέων, η οποία όμως ήταν προσδιορισμένο να τους προσφερθεί ως τέτοια σε άλλο στάδιο της ζωής τους και από ειδικά προς τούτο σχολεία (τα Πρακτικά Γεωργικά Σχολεία).

Η Αμερικανική Γεωργική Σχολή (πάνω, όπως είναι σήμερα) ιδρύεται στα προάστια της Θεσσαλονίκης το 1904 από τον Δρ. John Henry House και τη γυναίκα του Susan Adeline.

Ο Δρ. House (στην κάτω φωτογραφία στο μέσον το 1911, ανάμεσα σε διδάσκοντες και διδασκόμενους) ήταν ιδεαλιστής ιεραπόστολος που προσπάθησε κι έκαμε πράξη στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή το πιστεύω του, ότι η εκπαίδευση του παιδιού αφορά στο μυαλό, στα χέρια και στην ψυχή του.

Παράλληλη κίνηση ενίσχυσης της γεωργικής εκπαίδευσης από την κυβέρνηση Ζαΐμη, ήταν και η δημιουργία «Κυριακών Γεωργικών Σχολείων», που ίσχυσε βάσει του νομοθετικού διατάγματος της 7ης Οκτωβρίου 1927 «Περί στοιχειώδους γεωργικής εκπαιδεύσεως», το οποίο κυρώθηκε με το νόμο 3600 του 1928 -και σε αυτό το νομοθέτημα εισηγητής ήταν ο «πάντα αρωγός της γεωργίας» Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο οποίος εξάλλου, λόγω ακριβώς του ενδιαφέροντός του για τη γεωργία, είχε μετονομάσει το κόμμα του από «Δημοκρατικό» σε «Εργατοαγροτικό».

Τα Κυριακά Γεωργικά Σχολεία ήταν σχολεία που λειτουργούσαν τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες μέρες, για τουλάχιστον τέσσερεις ώρες κάθε μέρα, και διδάσκονταν σε αυτά αποκλειστικά γεωργικά μαθήματα. Κατ’ ουσίαν ήταν γεωργικά φροντιστήρια που δέχονταν μόνον τους αποφοιτήσαντες από το δημοτικό σχολείο, οι οποίοι δεν υπερέβαιναν το 14ο έτος ηλικίας και οι οποίοι θα ασχολούνταν με τη γεωργία. Η διάρκεια φοίτησης στα σχολεία αυτά ήταν από 2 έως 4 εξάμηνα (αναλόγως του γεωργικού αντικειμένου που οι μαθητές επέλεγαν).

Στα Κυριακά Γεωργικά Σχολεία δίδασκαν δημοδιδάσκαλοι οι οποίοι είχαν λάβει γεωργική εκπαίδευση σε γεωργικό φροντιστήριο της Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (που υπήρχε από το 1920, ενώ της Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1927), των Γεωργικών Σχολών και των Γεωργικών Σταθμών.

Ο Αλέξανδρος Δελμούζος, εκ των βασικών συντελεστών της πρώτης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Ελευθερίου Βενιζέλου, αντιτάχθηκε στη μετατροπή σχολείων της μέσης εκπαίδευσης σε γεωργικά και σε σύσκεψη το 1931 του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, παρουσία του Υπουργού Παιδείας Γ. Παπανδρέου, είπε: «Ειδικό μάθημα γεωργίας στα δημοτικά σχολεία δε μπορεί να διδαχθεί, γιατί ούτε καιρός υπάρχει γι’ αυτό, ούτε το επιτρέπει ο γενικός σκοπός των δημοτικών σχολείων.

Το μόνον ίσως που θα μπορούσε να γίνει στα δημοτικά σχολεία, είναι να προσαρμόζεται το πρόγραμμά τους στις τοπικές συνθήκες, και τότε κατ’ ανάγκην στις γεωργικές περιφέρειες θα έχουν τα σχολεία αυτά γεωργικόν προσανατολισμόν. Αυτό όμως είναι γενική απαίτηση της διδακτικής, είναι γενική εκπαίδευσις και όχι ειδική.

Επομένως τέτοια σχολεία δεν μπορούμε να τα ονομάσωμε γεωργικά σχολεία» (σελ. 97 των πρακτικών της σύσκεψης του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου έτους 1931).

«Η φύτευση στο σχολικό κήπο ως μέρος της παιδαγωγίας του μαθητή…», υποστήριζε ο Δελμούζος (εικόνα από το αναγνωστικό του 1943).

Βέβαια, η γεωργική εξειδίκευση σχολείων της χώρας προβαλλόταν ως απαίτηση της εποχής, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των καιρών, που ήθελαν το μαθητή των αγροτικών περιοχών να βγαίνει γρήγορα στη γεωργική παραγωγή, καθώς περίμενε από αυτόν η οικογένειά του να προσφέρει στα προς ζην, αλλά και σ’ ένα άλλο επίπεδο, πολλά περίμενε από αυτόν και η πατρίδα – αφού η γεωργία αποτελούσε την κύρια πηγή οικονομίας της χώρας.

Ας μην ξεχνούμε ότι οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα μετά το 1922 (μικρασιατική καταστροφή) είχαν αλλάξει δραματικά, κι απαιτούνταν ο Έλληνας να παράξει, για να μπορέσει ο ίδιος και η πατρίδα να σταθεί. Όλη συνεπώς η δομή του κράτους έπρεπε να είναι προσανατολισμένη στο σκοπό αυτό• μηδενός εξαιρουμένης και της εκπαίδευσης!…

Όμως τούτο ήταν το σωστό; Ο Αλέξανδρος Δελμούζος απαντά κατηγορηματικά όχι.

Διότι, «θα μπορούσε έτσι να ξεφύγουν τα σχολεία από τον πραγματικό τους σκοπό» (άποψη διατυπωμένη στη σύσκεψη του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου έτους 1931 – βλέπε σελ. 138 των πρακτικών).

Τον επικρίνει σφόδρα για τη θέση του αυτή ο Δημήτριος Ζωγράφος (γεωπόνος, εξειδικευμένος σε θέματα γεωργικής εκπαίδευσης), με ακραίες κι άδικες κρίσεις, όπως καταφανώς διαπιστώνεται:

«Μόνον ο κ. Δελμούζος, ο οποίος ουδέποτε ούτε αισθάνθη, ούτε αντελήφθη την ανάγκην της γεωργικής διαπαιδαγωγήσεως του ελληνικού λαού, ο οποίος εστένευσε τα όρια της δράσεώς του μέσα εις αναρχικούς γλωσσικούς τύπους, τον οποίον ουδέποτε συνεκίνησε το ελληνικόν ύπαιθρον και όστις δεν εσκέφθη ποτέ να ρίψει τα σπέρματα ενός πανελληνίου υπέρ της γεωργίας συναγερμού διά των μαθητών του Διδασκαλείου Αθηνών, του οποίου υπήρξε διευθυντής, ηδύνατο να ομιλεί ούτω και να εκφράζει τοιαύτας γνώμας» (Ζωγράφου Δ., «Η δημοτική εκπαίδευσις και η γεωργία», Αθήναι 1937, σελ. 214).

Παρακολουθώντας τον αγώνα της πολιτείας να εκπαιδεύσει γεωργικά τους νέους, ώστε ν’ αποτελέσουν τους επαγγελματίες αγρότες του αύριο, διαισθανόμαστε την αγωνία της γι’ αυτό, η οποία εδραζόταν στην όχι αβάσιμη θέση ότι, «η γεωργία αποτελεί τον χρυσό της χώρας» (λόγια του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, Πρωθυπουργού και Υπουργού Γεωργίας σε διάφορες κυβερνήσεις, ο οποίος έκαμε την πρώτη σημαντική προσπάθεια δημιουργίας αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα και εισηγήθηκε νόμους για τη γεωργική εκπαίδευση).

Ο γεωπόνος-ερευνητής Δημήτριος Αθαν. Πάνου, καταγίνεται στην επιστημονική απόδειξη του motto τούτου στο ογκώδες (κοντά στις 1.000 σελίδες) αλλά ημιτελές έργο του με τον τίτλο «Ο πράσινος εθνικός φυτοτεχνικός χρυσός» (ο συγγραφέας απεβίωσε τον Φλεβάρη του 1980, χωρίς να προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του, και την έκδοση του μνημειώδους πλην ημιτελούς αυτού έργου, πραγματοποίησε η σύζυγός του Ευτυχία Πάνου, δύο χρόνια αργότερα). Καταλαβαίνουμε έτσι ότι, τα (πολλά) νομοθετήματα εκείνων των καιρών, αποσκοπούσαν στο να χτίσουν το οικοδόμημα της νέας γεωργίας, στα οφέλη του οποίου ευελπιστούσε η πολιτεία. Είναι χαρακτηριστική ως προς τούτο η -ομολογουμένως ακραία- προτροπή του γεωπόνου Ν. Η. Αναγνωστόπουλου το 1928, «να βγουν οι διδάσκαλοι εις την Ύπαιθρον και να διδάξωσιν εις τους μαθητάς τη γεωργίαν, και γενικώτερον, να στραφούν προς την παραγωγήν» («Αγροτική Ζωή», αριθ. φύλλου 14ο, Μάρτιος 1928).

Επένδυε η Ελλάδα στη γεωργία της προπολεμικά, αν και αυτή διατηρούσε ακόμη τον παραδοσιακό της χαρακτήρα («Ο θερισμός», πίνακας του Νίκου Φωτάκη).

Ο λαός είχε βιωματική σχέση με τη γη, κι επαφίονταν στην παραδοσιακή καλλιέργειά της, η οποία όμως δεν απέδιδε! Τον καλό ζευγά ή τον άξιο σπορέα τούς βρίσκουμε συνεχώς ως εικόνα στην ελληνική κοινωνία, σε σημείο μάλιστα που τα πρόσωπα αυτά αποκτούν διάσταση υμνητική. Δέστε το στα λόγια του αρχαίου και του νεότερου ποιητή:
«Όντας θ’ αρχίσεις τ’ όργωμα, του χερουλιού την άκρια
κρατώντας και κεντρίζοντας τα ζα με το βουκέντρι,
που το τιμόνι σέρνουνε• με τα λουριά δεμένα,
αργάτης πίσω ας ακλουθά, κι ας δίνει των πουλιώνε
δουλειά, τα σπόρια με τσαπί σκεπάζοντας ολοένα.
(…)
Πασίχαρος την Άνοιξη θ’ αγγίξεις και τους άλλους
δε θα φτονάς, μ’ αντίστροφα, θα σε ζηλεύουν οι άλλοι».
(«Όντας θ’ αρχίσεις τ’ όργωμα», Ησίοδος, σε απόδοση Σωτήρη Σκίπη)
.
«Και να, ο καλός σπορέας ο γέρος φτάνει,
κι αστράφτει πιο πολύ η μορφή η χιονάτη,
παρά το καλοτρόχιστο δρεπάνι.
*
Μα κόβοντας το στάρι και την ήρα,
για τον τσιγγάνο το φτωχό θ’ αφήσει κάτι,
για το πουλάκι του θεού και για τη χήρα».
(«Ο καλός σπορεύς», Αμαλία Δάφνη)*

* Έγραψε ο Παλαμάς για το ποίημα αυτό της Αιμιλίας Δάφνη, που μικρό απόσπασμά του δώσαμε, ότι είναι εφάμιλλο σε αξία με το ανάλογο ποίημα του Ιταλού Πάσκολι,

ενώ ο Γρυπάρης το χαρακτήρισε σε κριτική του στο «Νουμά» το 1923, ως ένα από καλύτερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Αυτά δείχνουν τη σημασία π’ αποδίδονταν σε πράματα της ζωής τότε -ξεχασμένα κι απαξιωμένα σήμερα!…-, σε βαθμό μάλιστα που η απόδοσή τους με τέχνη σε λογοτεχνικό πόνημα, να μετατρέπεται σε διθύραμβο για το δημιουργό.

Η καλλιέργεια της γης είχε αποκτήσει διάσταση υμνητική στη συνείδηση των ανθρώπων, ακριβώς λόγω της σημασίας της στην επιβίωσή τους (πίνακες με τίτλο «plowing» κατά σειρά των James E. Allen, Leo Breslau, Valias Semertzidis, Benton Thomas Hart)

Η αλλαγή της παραπάνω νοοτροπίας του ελληνικού λαού, προκαλούμενη και μέσα από την εκπαίδευση, θα έδινε επιθυμητά αποτελέσματα αρκεί να γινόταν σωστά. Δεν έπρεπε δηλαδή να πραγματοποιηθεί εις βάρος της βασικής εκπαίδευσης, ούτε εις βάρος της παραδοσιακής γεωργίας, που μπορεί να μην απέδιδε, όμως λειτουργούσε με σεβασμό προς το φυσικό περιβάλλον και το εμπλούτιζε.

Ως προς την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, υπήρχε σύγχυση και δεν αποφεύχθηκαν τα λάθη! Δε θ’ αδικήσουμε όμως την προσπάθεια, καθώς είχε πολλά να ταιριάσει και σε πολλά να ισορροπήσει…
Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ (Β΄ μέρος)
Η υπέρ της φύσης πρωτοπορία
Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Το σχολείο εργασίας στην Ελλάδα, ήταν στραμμένο προς το νέο ελληνισμό και τις ανάγκες του, με μια σημασία όμως, όχι ωφελιμιστική, μα παιδευτική: της γνώσης, της συνείδησης και του μέτρου.
Μέσα από το πνεύμα της αντίληψης για τα κοινά, που καλλιεργούνταν στο σχολειό αυτό, διαμορφώθηκε η νέα αγωγή, σύμφωνα με την οποία, ο μαθητής, διά της γνώσης του δημιουργήματος και της συμμετοχής του στη δημιουργία, γίνεται συνειδητοποιημένος πολίτης κι αντιλαμβάνεται το δημιούργημα με ευθύνη.

Ο άνθρωπος αποτελεί μέρος του φυσικού δημιουργήματος και θα ´πρεπε να νοιάζεται γι’ αυτό και να το φροντίζει, αφενός γιατί η μοίρα του εξαρτάται από την κατάσταση τούτου, αφετέρου γιατί το σωστά στεκούμενο δημιούργημα κάμει τις ποιότητες ζωής καλύτερες κι έτσι αναβαθμίζεται η κατοίκηση στη γη.

Η προστασία και η ορθή διαχείριση της φύσης ήταν απαιτούμενο για να ´ναι το δημιούργημα σταθερό κι ισορροπημένο.

Με την αντίληψη τούτη, που το μεταρρυθμιστικό σχολείο εργασίας μετέδιδε στους νέους, καλλιεργούνταν ο μαθητής αλλά και η κοινωνία, τόσο για τη διαμόρφωση ορθών συμπεριφορών και σωστών πρακτικών διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος, όσο και για την καλλιέργεια μιας ηθικής και ενός σεβασμού στην υπόσταση του φυσικού δημιουργήματος.

Τούτα έφερναν αναβάθμιση στον άνθρωπο -με την καλλιέργεια των ποιοτήτων του-, αλλά και στον τόπο – σε πολλές περιπτώσεις, επιτεύχθηκε η σωστή ανάπτυξη του τόπου κι επικράτησε αναγεννησιακό πνεύμα σε αυτόν, χάρις στην προσφερόμενη από το σχολείο γνώση στην κοινωνία, με την καλλιέργεια κατάλληλης παιδείας. Η ωφέλεια έτσι για την κοινωνία ήταν προσφορά δημιουργού, που ενεργούσε για το όλον κι όχι για το προσωπικό του συμφέρον – η ωφέλεια για τον ίδιον απέρρεε από την ωφέλεια του συνόλου.

Παιδικά χέρια φυτεύουν…
Ας αφήσουμε όμως έναν εκπαιδευτικό κείνης της εποχής, τον Αντώνιο Ν. Αντωνάκο, έναν από τους «εργάτες» του σχολείου εργασίας στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του, να τ’ αποδώσει αυτά (μιλά σε πρώτο πρόσωπο, απευθυνόμενος στους μαθητές του):

«Από τις ημερήσιες εκδρομές μας, θυμάμαι τότες που πήγαμε στο Μενίδι, και οι Μενιδιάτες συμμαθητές μας μάς μίλησαν για το σημερινό Μενίδι, από τη μοντέρνα άποψη της σημερινής Γεωγραφίας, και για τας αρχαίας Αχαρνάς (σημείωση: προσέξτε τη συμπερίληψη του δασκάλου στους μαθητές, στα πλαίσια της θεώρησης της μαθητικής κοινότητας ως ένα σώμα, οπού ο δάσκαλος έχει ρόλο να κατευθύνει και να καθοδηγεί το μαθητή στην εργασία του, χωρίς να στέκεται μακρυά απ’ αυτόν ή υπεράνω του).

Διαλέγαμε για τα θέματά μας την επικαιρότητα, γιατί έτσι τα νοιώθαμε καλύτερα. Με τον ίδιον τρόπο μιλήσαμε για το δάσος, κάτω από τα πυκνά πεύκα και τα ψηλά πλατάνια του δάσους της Χελιδονούς.

Έτσι ακριβώς εργαστήκαμε και στην Πεντέλη, όταν, σε μια εκδρομή, καθισμένοι στην αυλή του Καστέλλου της Δούκισσας της Πλακεντίας, εξετάζαμε τον παράξενο βίο και το έργο της.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει τις εργασίες μας αυτές, το άκρο μας ενδιαφέρο, τις πεισματώδεις μας συζητήσεις, τους παλμούς μας, το ρωμαντισμό του ενός, το ρεαλισμό του άλλου… Κάθε εργασία μας τήν κλείναμε στο τέλος με τη δική μου κρίση.

Κι αν καμιά φορά επίτηδες εγώ παρέλειπα να κλείσω την εργασία, σεις μου ζητούσατε, σώνει και καλά, τη δική μου κρίση. Και σας την έλεγα. Κι ήταν σχεδόν πάντα καλή, πάντα ενθαρρυντική, πάντα ενθουσιαστική. Τι πείραζε, πώς είχατε βέβαια μερικά σφάλματα; Αυτά κρίνονταν πάρεργα μπροστά στην προσπάθειά μας την ενδιαφέρουσα» (Αντωνάκου Αντ., «Δυόμιση χρόνια δάσκαλος στο Μαρούσι», εκδοτικός Οίκος Α.Ι. Ράλλη, Αθήναι 1929, σελ. 15, 16).

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το όλο εγχείρημα, με την ανάλυση που κάμουμε, εδραζόταν στη χριστιανική ηθική περί δημιουργήματος, και ν’ απέδιδε δογματικό ή ηθικοπλαστικό χαρακτήρα στην προσπάθεια.

Δεν είναι έτσι, αν και όντως η ορθόδοξη χριστιανική ηθική έχει τις αυτές βάσεις ως προς την προστασία κι ανάδειξη του δημιουργήματος. Το περιβάλλον (το δημιούργημα) όμως, έχει αξία πανανθρώπινη και η κοινωνία οφείλει να το δει με σεβασμό κι αγάπη• για το λόγο ετούτο εξάλλου, οι φιλοπεριβαλλοντικές ενέργειες του ανθρώπου εκπορεύτηκαν από το ορμέφυτό του, με την κατάλληλη βεβαίως καθοδήγηση, κι ανήχθησαν σε ανάγκη και τρόπο ζωής.

Με το διαμορφωθέν έτσι υπέρ της φύσης ρεύμα, προέκυψε μια πρωτοπορία που θα τη λέγαμε φιλοπεριβαλλοντική!

Ιδού η απόδειξη ως προς αυτό, πάλι από τον Αντώνιο Ν. Αντωνάκο:

«Η καλύτερη φωτογραφία είν’ εκείνη, που βγάλαμε στο δάσος, τη στιγμή που η τάξη εργάζεται. Όλα τα παιδιά καθόμαστε κάτω από τα πεύκα κι, άλλα σκυμμένα στα βιβλία τους, άλλα με σηκωμένα τα χέρια τους, κοιτάζουν τον καθηγητή, που στέκει ανάμεσά τους. Μας άρεσε τόσο πολύ αυτή η φωτογραφία, που της κάναμε μεγέθυνση, και την κρεμάσαμε στην τάξη. (…)

Αγαπήσαμε το ύπαιθρο τόσο, που, όσο επέτρεπε ο καιρός, κάναμε τα καθημερινά μας μαθήματα κάτου από τα πεύκα του κοντινού όμορφου δάσου, νοιώθοντας έτσι στο αίμα μας την αγάπη των αρχαίων προγόνων μας για το ύπαιθρο, που εκείνοι περνούσαν σ’ αυτό όλη τους τη ζωή σ’ όλες της τις εκδηλώσεις» (Αντωνάκου Αντ., «Δυόμιση χρόνια δάσκαλος στο Μαρούσι», εκδοτικός Οίκος Α.Ι. Ράλλη, Αθήναι 1929, σελ. 20, 24 αντίστοιχα).

Ο ίδιος, κλείνοντας το πρώτο μέρος του έργου του για το σχολείο εργασίας, κάμει μια πρόταση ριζοσπαστική για τα τότε εκπαιδευτικά δεδομένα -αλλά και για τα σημερινά…-, που μας παραπέμπει σε εικόνες ενός πάλαι ποτέ πράσινου λεκανοπεδίου, προτείνοντας να γενεί σχολείο μέσα στο δάσος του Μαρουσιού, για να υπάρχει η συνεχής επαφή των παιδιών με τα στοιχεία της φύσης, ώστε «να εξημερώνονται τα αισθήματα και να καλλιεργείται η όμορφη αίσθηση των πραγμάτων» – τόση ήταν η αίσθηση της φύσης μέσα του!

Υπαίθριο σχολείο στην Αμερική (πάνω), κι αντίστοιχο στην Ελλάδα (κάτω). Χαώδης η διαφορά των συνθηκών μάθησης στις δύο περιπτώσεις…
Η πρωτοπορία τού τότε είχε πλια απαίτηση και πιότερη συμβολή: καλλιεργούσε ανθρώπους ώστε να στέκουν με μπόι ψηλό στα συμβαίνοντα και να δημιουργούν προοπτική. Ήθελε ανθρώπους ανώτερους του πεπρωμένου, που να άγουν με νόημα και ποιότητα τη ζωή.

Εύστοχα το απέδωσε αυτό σε κείμενό του στο περιοδικό «Ο Νουμάς» το 1919 ο ζωγράφος κι αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Μαλέας (ο οποίος εικονογράφησε το 1919 το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο»), ως «η αισθητική αγωγή των παιδιών μας» (αυτός ήταν και ο τίτλος του κειμένου του).

Αντλούμε όμορφες σκέψεις από το εξαιρετικό του κείμενο (δώστε σημασία στην υπέροχη γλώσσα του): «Από το σχολείο προσμένουμε οι τεχνίτες τη διαπαιδαγώγηση την αληθινή, που θανάψει στην φλόγα του ωραίου και που θα θρέψει με ξεχωριστό ενδιαφέρον και στοργή κάθε καλλιτεχνική εκδήλωση στον τόπο μας. Η τέχνη, φορέας του πολιτισμού, μέσον εκπαιδευτικόν-ηθικοπλαστικόν, ξεφάνωμα μιας ανώτερης διανοητικότητας.

Για να επιτύχουμε ένα τέτοιο ξετύλιγμα, τα έθνη άρχισαν να χτίζουν αληθινά σχολειά με κήπους, που θα καλλιεργούνται από τους μαθητές φέρνοντας αυτούς έτσι πλησιέστερα στη φύση με τα δέντρα, με τα φυτά, με τα άνθη.

Η ενασχόληση αυτή απεδείχθη πως έχει μεγάλη επίδραση στο ήθος, στον χαρακτήρα και στο γούστο των παιδιών, δυναμώνει την υγείαν των, δημιουργεί πρωτοβουλία, τους κάμνει ναγαπούν κάτι ωραίο, και η αγάπη του κάτι είναι αρχή κάθε μεγάλης δημιουργίας, που πρέπει να οδηγά κάθε ισορροπισμένο άνθρωπο στη ζωήν του.

Από τον κήπο αυτόν του νέου σχολείου μας, έργο των παιδιών μας, το καινούργιο σχολείο μας θάναι χτισμένο με αληθινά υλικά, χωρίς ψεύτικα επιχρίσματα και κλασικότητες, με τα μεγάλα παράθυρά του, με την ηλιόχαρη αυλή του, με τες συμμετρικές αίθουσές του στολισμένες απ’ την τέχνη, που θα μορφαίνει την αίστηση με τα οράματα της φύσης, με την επιβολή της αρχιτεκτονικής, τα μάγια της διακοσμητικής, ζωγραφικής και γλυπτικής, με το άκουσμα της ποίησης, της μουσικής, του τραγουδιού, που παίρνει ξέχωρο μέρος στο πρόγραμμα του νέου σχολείου.

Όλα θα χαϊδεύουν τις μικρές ύπαρξες μ’ ευρυθμία, και ο παλμός αυτός θαράξει μέσα στις ψυχές με την ομορφιά οδηγήτρα στη ζωή, που θα μας φέρει στο αγαθό και στο αληθνό, και οι καλοσύνες αυτές θα μπουν απ’ το σχολειό και στο σπίτι, και το σπίτι θαφομοιωθεί με το σχολειό• τότες θα έχομε την αρμονική σύμπραξή τους» («Ο Νουμάς», 16/633, 1919).

Το δημοσίευμα της εφημερίδας «Πατρίς» του Πύργου, στο φύλλο της 2ας-5-1915, είναι δηλωτικό του πνεύματος που επικρατούσε τότε στην κοινωνία κι ήθελε η προσπάθεια για το «νέο» περιβάλλον να ´χει σύνολο χαρακτήρα και να είναι πάγκοινη – διαλέξαμε το συγκεκριμένο απόσπασμα, από τα πολλά που έχουμε υπόψη μας, διότι περιέχεται σε επαρχιακή εφημερίδα και δεικνύει το ενδιαφέρον για το φυσικό περιβάλλον της τοπικής κοινωνίας, η οποία μπορεί να είναι μακριά από τα κέντρα της πληροφόρησης (της γνώσης ακόμη…) και των αποφάσεων, έχει όμως συνείδηση κι ευθύνη για τον τόπο της:

«Εγράφη εις τας ολίγας γραμμάς της Πατρίδος ότι εις σχολεία της Επαρχίας μας ιδρύθησαν σχολικοί κήποι τη πρωτοβουλία του διδασκάλου, ή της διδασκαλίσσης των περιφερειών εκείνων.

Το γεγονός τούτο δεν δύναται η να προκαλέσει ζωηράν χαράν και συγχαρητήρια προς τους διδασκάλους, εις χείρας των οποίων η Πολιτεία αφενός και η κοινωνία και η οικογένεια αφετέρου ενεπιστεύθη την πνευματικήν και σωματικήν διάπλασιν και διαπαιδαγώγησιν της τρυφεράς και σφριγώσης νεολαίας,

εις ην η Πατρίς στηρίζει πάσας αυτής τας ελπίδας.

Η ίδρυσις των σχολικών κήπων εις τα διάφορα χωρία πρέπει να λάβη ευρυτέραν εξάπλωσιν, πρέπει κάθε χωρίον, ή κοινότης, να παραχωρήση το ανάλογον οικόπεδον δια την ίδρυσιν του κήπου. Και τότε παραλλήλως προς την διδασκαλίαν των γραμμάτων θα διδάσκεται και η αγάπη προς τα φυτά, η ζωή εις το ύπαιθρον, εις τον ελεύθερον αέρα, το φως, τον ήλιον.

Τότε οι μικραί υπάρξεις δεν θα εξέρχωνται εις τας κοινωνίας και δεν θα ρίπτωνται εις τον αγώνα της ζωής ασθενικαί μαρασμώδεις την σωματικήν διασκευήν και τετυφλωμέναι το πλείστον την διάνοιαν. (…)

Σήμερον δε ότε η Φιλοδασική Ένωσις κυρήσσει το ωραίον κύρηγμα της αναδασώσεως και της αποδόσεως του πράσινου ενδύματος εις τας παρθένους και θελγούσας Ελληνικάς γαίας, θα ηυχόμεθα όπως το παράδειγμα των ολίγων διδασκάλων της επαρχίας μας μιμηθούν και οι πολλοί δια της ιδρύσεως απανταχού των σχολικών κήπων, ίνα μαζί με τα γράμματα διδάσκεται η ζωή του υπαίθρου και ο έρως προς την εξοχήν, τα δένδρα, την εργασίαν».

Άλσος δημοτικού σχολείου Δράμας, που δημιουργήθηκε από τους μαθητές και τη δασική υπηρεσία κατά τη δεκαετία του 1920.

Το παραπάνω δημοσίευμα έχει ενδιαφέρον και για έναν επιπρόσθετο λόγο: ότι διασυνδέει την προσπάθεια στους σχολικούς κήπους με αυτήν των αναδασώσεων, που άρχισε να πραγματοποιείται στη χώρα. Φυσικά, η διασύνδεση τούτη δεν αποτελεί εύρημα του συντάκτη του άρθρου• ήταν η αντίληψη των ανθρώπων τότε, που σε μια -κατά το μάλλον ή ήττον- γενικευμένη κλίμακα επιθυμούσαν την αναβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας, και το επιχειρούσαν με συνδυασμένες ενέργειες και πρακτικές, που στηρίζονταν σε συγκεκριμένες πολιτικές επίτευξης του στόχου αυτού.

Η όλη προσπάθεια βρίσκει την αρχή της στο έτος 1900, όταν με το νόμο ΒΨΜ «Περί αναπτύξεως δασικών φυτειών πέριξ ή εντός κατωκημένων μερών και περί αναδασώσεων εν γένει» θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα δάσωσης περιοχών της χώρας χωρίς βλάστηση και καθορίστηκε η υποχρέωση αναδάσωσης περιοχών που καταστράφηκε η βλάστησή τους. Η αναδάσωση, ως έχουσα ίδια βάση και ίδιο πεδίο ενδιαφέροντος με το σχολικό κήπο, δεν ημπορούσε να μη διασυνδεθεί με το έργο του και να μη συνδυασθούν στην πράξη σε επίπεδο ενεργειών, για την πραγμάτωση του κοινού σκοπού: της αναβάθμισης κι ανάδειξης του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας.

Η αναδάσωση ως νεοφανής, πρωτοποριακή πράξη, με αγαθή προόρηση, είχε συνεπάρει τους Έλληνες κείνου του καιρού, οι οποίοι έσπευδαν να συμμετέχουν στο «διαφορετικό» που συντελούνταν στη χώρα. Φύτευαν λοιπόν• μαζί τους και οι μαθητές, οι οποίοι πρόσφεραν πρωτογενές υλικό για το σκοπό αυτό: τα δενδρύλλια που προέρχονταν από το σχολικό τους κήπο – ιδού η δημιουργία επί το έργον!

Μάλιστα, ο τσιτσερόνε του γραπτού λόγου, ο αβρός διανοούμενος Στέφανος Γρανίτσας, χαρακτήριζε τους συμμετέχοντες στην παραπάνω προσπάθεια ως «νατουραλιστές» -φυσικά, χωρίς διάθεση ειρωνείας-, που μάλλον θα ήταν οι οικολόγοι τού σήμερα! – ιδέστε μιαν ωραία λέξη που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αντί του «οικολόγου», ώστε να ξεχωριστεί ο επιστήμονας οικολόγος από τον ανησυχούντα πολίτη που δρα υπέρ του περιβάλλοντος… Όμως,

δεν ημπορεί παρά να θεωρήσουμε την ενέργεια που έβγαζε ο άνθρωπος για την προσπάθεια τότε, ως εσωτερική παρόρμηση προερχόμενη από την επιθυμία του για δημιουργία.

Ήταν μια του βάθους ορμή, που βρήκε έδαφος σε καιρούς θετικούς για να εκφραστεί. Ο ποιητής, με την αίσθηση τούτη να τον εμπνέει, καλεί:
«Γυρίστε μέσα σας τα μάτια
και γνωρίστε την αιώνια Επιθυμιά!
Και ξεδιψάστε τη με τον Αγώνα
πιότερο παρ’ ότι τον καιρό
που, πριν τη στοχαστείτε,
η Φύση,
με το χάιδεμά της,
την εξύπναε και τη χόρταινε μαζί!»
(«Στο άνθος των Ελλήνων»,, από τη «Συνείδηση της γης μου», Άγγελος Σικελιανός)

Προσπάθεια πρασινισμού ενός ακόμη ξηρού λόφου της Αθήνας: Αναδάσωση στο Λόφο του Αστεροσκοπείου.

Ας δούμε τώρα -διότι σημειολογικά έχει τη σημασία του-, την πράξη της αναδάσωσης μέσα από τη σχέση του δασάρχη με τους μαθητές του σχολείου, όπως μας δίδεται στο «εν είδει αναγνωστικού» βιβλίο των Κ. Θ. Γιαννακόπουλου – Κ. Α. Σακελλάριου με τον τίτλο «Το Δάσος»:

«Ο κ. Δενδρινός (ο δασάρχης) πόσον εχάρη, όταν είδε τα παιδιά να λάμπουν από υγείαν και χαράν δουλεύοντας στο σχολικό κήπο. Όταν μάλιστα ήκουσε να ομιλούν διά το φυτώριόν των και πώς με τα δένδρα που επεριποιούντο θα ανεδάσωνον ένα γυμνόν λόφον του χωρίου των, δεν συνεκρατήθη και είπε: Εύγε σας, παιδιά!

Σας ανήκει κάθε αγάπη και κάθε εκτίμησις» (Γιαννακόπουλου Κ., Σακελλαρίου Κ., «Το Δάσος», έκδοση Α.Ι. Ράλλης, Αθήναι 1938, σελ. 10).

Αναδασώσεις από σχολεία και τη δασική υπηρεσία στους ξηρούς λόφους της Ελασσόνας και των Ιωαννίνων πριν από τον πόλεμο.

Υπό τη νέα θεώρηση, το παιδί διδασκόμενο αποκτά συνείδηση του ωραίου, του υψηλού, που προκύπτει από τη σχέση του ανθρώπου με τη γη, με τη φύση, με τα γύρα. Τούτο επιτυγχάνεται μέσα από την άσκηση του παιδιού στο σχολικό κήπο και στο πεδίο της φύσης, καλλιεργώντας και φυτεύοντας.

Τ’ αποδίδει αυτά ο καθηγητής της Γεωπονικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Πάνος Θ. Αναγνωστόπουλος στο σύγγραμμά του για το σχολικό κήπο, που συνέγραψε το 1929:

«Για την αποκατάστασιν μεταξύ των ανθρώπων του Ωραίου που δημιουργείται με το φυτό, και για τη δημιουργούμενην κατόπιν τούτου ορθήν αντίληψην του περιβάλλοντος και ορθήν προς αυτό συμπεριφοράν του ανθρώπου, είναι ανάγκη να διδαχθεί ο άνθρωπος από μικράς ηλικίας να παρατηρεί την ανάπτυξιν και εμφάνισιν των φυτών ως μορφών, υποκειμένων εις εξέλιξιν και μεταβολάς αναλόγως του περιβάλλοντός των.

Κατά την ώριμον ηλικίαν θα μπορεί να ωφεληθεί ο άνθρωπος από την παρουσίαν του φυτού για να μελετήσει και τη δική του εξέλιξι, είτε συνεχίζων τον προς αυτό θαυμασμόν του, τον οποίον ανέπτυξεν από της παιδικής του ηλικίας, είτε διδασκόμενος, έστω και αργά, να εκτιμά την ευεργετικήν επίδρασιν του φυτού και την οικονομικήν αυτού συμβολήν εις την ευημερίαν του ανθρώπου.

Αι διδασκαλίαι αύται θα γίνουν:
α) διά των σχολικών κήπων και

β) διά της φυτεύσεως φυτών, ανθέων, θάμνων και δένδρων έξω από την πόλιν και μέσα σε αυτήν»
(Αναγνωστόπουλου Π., «Οδηγός του σχολικού κήπου», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1929, σελ. 4, 5).

Το πώς «έδενε» ο σχολικός κήπος με την αναδασωτική προσπάθεια -ως έχοντα κοινό σκοπό και ίδιο προορισμό: την καλλιέργεια του φιλοπεριβαλλοντισμού και την αναβάθμιση του περιβάλλοντος του τόπου – το βλέπουμε στην προσπάθεια που διήγαγε ο Επιθεωρητής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ηρακλείου Κρήτης Ι. Σταυρακάκης το 1927, ο οποίος αξιούσε «από τούδε και στο εξής, έκαστος μαθητής να φυτεύει κατ’ έτος τουλάχιστον ένα δένδρον, υπό την επίβλεψιν του διδασκάλου», ενώ παράλληλα ζητούσε «κήπον δι’ έκαστον σχολείον, διά να καλλιεργούνται είδη ευδοκιμούντα εις την περιφέρειαν του σχολείου».

Ζητούσε ακόμα από τους μαθητές την «καθ’ ομάδας, ανάληψιν προστασίας δένδρων καθ’ ορισμένας περιφερείας», καθώς και, «κατά την ημέραν της Πράσινης Εορτής να εκδράμωσι καθ’ ορισθησομένην ημέραν οι μαθηταί εις την εξοχήν προς φύτευσιν δένδρων» («Αγροτική Κρήτη», αριθ. 12, 21η Νοεμβρίου 1927). Ως αποτέλεσμα της προσπάθειας τούτης ήταν το 1928 να βραβευτεί το Δημοτικό Σχολείο Επισκοπής Ηρακλείου Κρήτης από την Εταιρεία Χημικών Λιπασμάτων με το πρώτο βραβείο (ποσό 3.000 δραχμών), το οποίο προκήρυσσε κάθε χρόνο η συγκεκριμένη εταιρεία με τον τίτλο «Έπαθλα εις τα Σχολεία», γιατί είχε φυτέψει το συγκεκριμένο σχολείο τη χρονιά κείνη τα περισσότερα δένδρα στην Ελλάδα.
Ανάλογο ετήσιο βραβείο με αυτό της Εταιρείας Χημικών Λιπασμάτων, είχε προκηρύξει και ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού το 1931 «επιθυμών να συντελέσει εις την ανάπτυξιν του ζήλου και ενδιαφέροντος των μαθητών προς τα δένδρα και να εμπνεύσει εις την νέαν γενεάν την οφειλομένην αγάπην και σεβασμόν προς το πράσινον».

Το βραβείο απονέμονταν σε πέντε σχολεία, εκ 3.000 δραχμών έκαστο, που «θα καλλιεργήσωσι διά των μαθητών των τον καλλίτερον Σχολικόν Κήπον». Έχει σημασία το γεγονός ότι ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού δεν ήθελε το σχολικό κήπο αυστηρά γεωργικό, αλλά υπήρχε όρος στο διαγωνισμό ότι «μερίς των Σχολικών Κήπων θα χρησιμεύσει ως φυτώριον και σπορείον διά την παραγωγήν φυτών προς μεταφύτευσιν υπό των μαθητών εις διαφόρους αναδασωτέας εκτάσεις, δενδροστοιχίας και λοιπά κατάλληλα μέρη της περιφερείας των Δημοτικών Σχολείων» (τ’ αποσπάσματα προέρχονται από σχετική εγκύκλιο του Υφυπουργείου Τουρισμού, με ημερομηνία 30 Ιανουαρίου 1931).

(πάνω)

Οι μαθητές του δημοτικού σχολείου Τσοτυλίου, με τους δασκάλους τους και το δασονόμο Τσοτυλίου, φωτογραφίζονται στο σχολικό τους κήπο. (κάτω) Μαθητές του δημοτικού σχολείου Τσοτυλίου φυτεύουν στον περιβάλλοντα χώρο του σχολείου, με την καθοδήγηση των δασκάλων τους και του δασονόμου Τσοτυλίου το 1929 – έχει την αξία της η σημείωση στο πίσω μέρος της δεύτερης φωτογραφίας:

«Το σπάνιον νεόδμητον Δημοτικόν Σχολείον Τσοτυλίου, τελευταία λέξις της οικοδομικής»!…

Τέλος, ένας άλλος Επιθεωρητής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ο της Μαντινείας και Κυνουρίας Κ. Μιχαηλίδης, ονειρευόταν να κάμει Arcadia την Αρκαδία –τον τόπο δηλαδή που έψαχναν οι ποιητές!-, γι’ αυτό και καλούσε τη νέα γενιά να φυτεύει συνεχώς κι ακαταπαύστως, και να εξημερώνει και να περιποιείται τα δένδρα.

Σημείωνε σε εγκύκλιό του: «Η μέλλουσα γενεά πρέπει να εξοικειωθεί προς την ιδέαν του πρασίνου και μετά θρησκευτικής ευλαβείας να φέρεται προς το ζείδωρον και πλουτοπαραγωγόν δένδρον.

Και όχι μόνον τούτο, αλλά και να θεωρεί υποχρέωσιν της να εξημερώνει τα άγρια δένδρα, να τα πολλαπλασιάζει, να παράγει νέας ποικιλίας, επαυξάνουσα ούτω τα εισοδήματά της και συντελούσα εις τον εκπολιτισμόν της χώρας μας» – υπήρχε δηλαδή ιδέα κι όραμα για το μέλλον της χώρας…
Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Μαθήματα Κηπουρικής απο το Γεωπονικό Γραφείο μας .
Δηλώστε συμμετοχή .
www.askjim.gr e-mail:ecogrev@gmail.com
T. 6977 239 066

Αφήστε μια απάντηση