Η Ε.Ε προωθεί τις Πρωτεινούχες ζωοτροφές .

Ο κτηνοτροφικός τομέας της ΕΕ είναι εξαιρετικά ευαίσθητος στην αστάθεια των τιμών και στις στρεβλώσεις του εμπορίου και υπονομεύεται από το πρόσθετο κόστος των εισαγωγών πρωτεϊνών για ζωοτροφές, επισημαίνεται σε σχέδιο ψηφίσματος του γερμανού ευρωβουλευτή των πρασίνων, Martin Häusling, το οποίο συζητήθηκε στην ολομέλεια του Στρασβούργου, την Καθαρά Δευτέρα 7 Μαρτίου, και αναμένεται να εγκριθεί σήμερα Τρίτη.

 Τονίζεται, επίσης, η αναγκαιότητα ενίσχυσης των πρωτεϊνούχων καλλιεργειών, τόσο για την απεξάρτηση της κτηνοτροφίας από τις εισαγωγές ζωοτροφών, όσο και για την βελτίωση των επιδόσεων της ευρωπαϊκής γεωργίας στην καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών.

Το σχέδιο ψηφίσματος περιέχεται στην έκθεση με τίτλο «Έλλειψη πρωτεϊνών στην ΕΕ: ποια η λύση σε ένα μακροχρόνιο πρόβλημα;», την οποία εισηγείται ο κ. Häusling εκ μέρους της Επιτροπής Γεωργίας του Ευρωκοινοβουλίου  και, μεταξύ άλλων, καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα να συμπεριλάβει, στις νομοθετικές προτάσεις της για τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ, πρόβλεψη για την υποστήριξη των γεωργών που καλλιεργούν πρωτεϊνούχα φυτά με συστήματα αμειψισποράς, που συμβάλλουν στη μείωση των αερίων θερμοκηπίου και του ελλείμματος πρωτεϊνών στην ΕΕ, αλλά και βελτιώνουν τον έλεγχο των ασθενειών και τη γονιμότητα του εδάφους.

Το σκεπτικό του ψηφίσματος

Αναλυτικότερα στην αιτιολογική του έκθεση ο ευρωβουλευτής αναφέρει για την έλλειψη πρωτεϊνών στην ΕΕ τα εξής:

Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή* σχετικά με τον τομέα των πρωτεϊνούχων καλλιεργειών αποκαλύπτει αξιοσημείωτη πτώση της παραγωγής πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την τελευταία δεκαετία. Η βασική παραγωγή αποξηραμένων οσπρίων, εξαιρουμένης της σόγιας, μειώθηκε κατά 30%, και η παραγωγή σόγιας παρουσίασε πτώση κατά 12%. Η τάση αυτή αυξάνει την ήδη υπάρχουσα ανησυχητική εξάρτηση της Ένωσης από τις εισαγωγές πρωτεϊνούχων φυτών που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για την παρασκευή ζωοτροφών και ενέχει μείζονες κινδύνους, ιδίως για τον κτηνοτροφικό τομέα της ΕΕ, διότι έχει αυξηθεί σημαντικά η αστάθεια των τιμών στις διεθνείς αγορές.  *(Έκθεση της εταιρείας συμβούλων «LMC International».)

Η συνολική παραγωγή πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στην ΕΕ καταλαμβάνει επί του παρόντος μόνο το 3% των αρόσιμων γαιών της Ένωσης (εξαιρουμένων των οπωροκηπευτικών). Παρά τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται στον τομέα από το 1978, η παραγωγή αποξηραμένων οσπρίων, η οποία αυξήθηκε προσωρινά κατά τη δεκαετία του 1980, μειώθηκε εκ νέου σε περίπου ένα εκατομμύριο εκτάρια το 2008. Κάθε χρόνο, εισάγονται περισσότεροι από 40 εκατομμύρια τόνοι πρωτεϊνούχων φυτών, κυρίως ζωοτροφών από σόγια και γλουτένη αραβοσίτου, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 80% της κατανάλωσης πρωτεϊνούχων προϊόντων στην ΕΕ. Από πλευράς χρήσης γαιών στο εξωτερικό για τις εισαγωγές πρωτεϊνούχων φυτών στην ΕΕ, η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί στο δέκα τοις εκατό των αρόσιμων γαιών της ΕΕ ή σε έκταση 20 εκατομμυρίων εκταρίων.

Ιστορικοί λόγοι για την έλλειψη πρωτεϊνών και οι επιπτώσεις της

Η έλλειψη στην παραγωγή πρωτεϊνούχων καλλιεργειών ανάγεται σε προγενέστερες συναφθείσες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες (στη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT) και τη συμφωνία του Blair House), οι οποίες επέτρεψαν στην ΕΕ να προστατεύσει την παραγωγή σιτηρών της, με αντάλλαγμα την καθιέρωση αδασμολόγητων εισαγωγών ελαιούχων σπόρων και πρωτεϊνούχων φυτών προς την ΕΕ. Ως εκ τούτου, η παραγωγή πρωτεϊνούχων καλλιεργειών βρέθηκε σε άκρως μειονεκτική θέση στο ανταγωνιστικό περιβάλλον και παρουσίασε συναφώς ραγδαία πτώση. Κατά συνέπεια, οι γεωργοί και οι τοπικές επιχειρήσεις μεταποίησης απώλεσαν το ενδιαφέρον τους για τα πρωτεϊνούχα φυτά, καθώς και τις πρακτικές γνώσεις για τις καλλιέργειες και την απόδοση προστιθέμενης αξίας στα αντίστοιχα προϊόντα. Οι παραγωγοί έχουν παύσει να αναπτύσσουν ποικιλίες που παρουσιάζουν ανθεκτικότητα στις ασθένειες και υψηλές επιδόσεις. Η ευρωπαϊκή έρευνα στον εν λόγω τομέα σημείωσε επίσης σημαντική πτώση, αντανακλώντας το χαμηλό ποσοστό ζήτησης σπόρων προς σπορά και τεχνικής υποστήριξης. Η ΕΕ καταργεί σταδιακά τη στήριξη των πρωτεϊνούχων καλλιεργειών και τα μέσα αποξήρανσης της μηδικής/του τριφυλλιού και λοιπών οσπριοειδών ειδών χορτονομής. Το πλέον ανησυχητικό γεγονός είναι ότι, σε ολόκληρη την Ευρώπη, αφήνεται ανεκμετάλλευτη η πρακτική εμπειρία στον τομέα της παραγωγής πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στο πλαίσιο της εκτεταμένης αμειψισποράς, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής, αποθήκευσης, μεταποίησης και χρήσης τους ως ζωοτροφών στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Τέλος, και οι εμπορικοί αντιπρόσωποι πρωτεϊνοελαιούχων καλλιεργειών επικεντρώνονται πλέον εξ ολοκλήρου στις εισαγωγές πρωτεϊνούχων καλλιεργειών και επιδεικνύουν ελάχιστο ενδιαφέρον για την εγχώρια παραγωγή.

Μείωση της έλλειψης πρωτεϊνών στην ΕΕ – ένα σημαντικό στοιχείο της μεταρρύθμισης της ΚΓΠ

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν επισημάνει τα πλεονεκτήματα μιας περισσότερο ισόρροπης προσφοράς και κατανάλωσης εγχώριων πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στο πλαίσιο μιας πιο ολοκληρωμένης στρατηγικής, η οποία θα ανταποκρίνεται στις νέες προκλήσεις, όπως είναι η κλιματική αλλαγή, η απώλεια της γεωργικής βιοποικιλότητας, η υπερεκμετάλλευση του εδάφους, καθώς και η ρύπανση των υπόγειων υδάτων και η αστάθεια των τιμών για τα γεωργικά προϊόντα στην παγκόσμια αγορά. Η εκτεταμένη χρήση πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στην αμειψισπορά παρέχει μείζονα πλεονεκτήματα στον γεωργοπεριβαλλοντικό τομέα και στον μετριασμό των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής. Όσον αφορά δε την κλιματική αλλαγή, οι οσπριοειδείς ποικιλίες, όπως τα κτηνοτροφικά πίσα, τα κουκιά, τα λαθούρια, τα λούπινα, οι φακές, τα ρεβίθια, αλλά και η μηδική/το τριφύλλι και η χορτονομή με βάση το τριφύλλι, μπορούν να μειώσουν αισθητά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μέσω της αφομοίωσης και της δέσμευσης αζώτου στο έδαφος, περιορίζοντας κατά τον τρόπο αυτόν τη χρήση λιπασμάτων αζώτου έως και κατά 100 kg N ανά εκτάριο μηνιαίως. Η αύξηση του ποσοστού των πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στην αμειψισπορά επιφέρει βελτιώσεις στη γονιμότητα και τη δομή του εδάφους, στην αποθήκευση θρεπτικών συστατικών, καθώς και στην υγεία των επόμενων καλλιεργειών. Οι μόνιμες μεικτές καλλιέργειες χορτονομής-τριφυλλιού για την παραγωγή ζωοτροφών, οι μεικτές καλλιέργειες σιτηρών και πρωτεϊνούχων φυτών εξασφαλίζουν καλύτερη κάλυψη του εδάφους και μειώνουν, επομένως, την απορροή θρεπτικών συστατικών στα υπόγεια ύδατα και τους ποταμούς, προσφέροντας παράλληλα καλύτερες συνθήκες για τις μέλισσες και για τα άλλα έντομα επικονιαστές. Η εκτεταμένη αμειψισπορά περιορίζει την ανάγκη παρεμβάσεων για την προστασία των καλλιεργειών και δύναται να συνδράμει στη διατήρηση των διαφόρων άγριων και καλλιεργούμενων ειδών και ποικιλιών.

Πρωτεϊνούχες καλλιέργειες και εκτεταμένη αμειψισπορά – μείωση του κόστους παραγωγής και αύξηση των περιβαλλοντικών πλεονεκτημάτων

Η εκτεταμένη χρήση οσπριοειδών καλλιεργειών στην αμειψισπορά περιορίζει σημαντικά την ανάγκη χρήσης λιπασμάτων αζώτου, συμβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτόν στη μείωση τόσο των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά την παραγωγή τους όσο και του συνολικού κόστους παραγωγής για τους γεωργούς. Δεδομένης της παγκόσμιας ανοδικής τάσης των τιμών του αργού πετρελαίου, σημειώνεται επίσης και συνεχής αύξηση των δαπανών για τις γεωργικές εισροές, συμπεριλαμβανομένων των καυσίμων. Η αμειψισπορά που περιλαμβάνει πρωτεϊνούχες καλλιέργειες μπορεί να μειώσει την κατανάλωση καυσίμων κατά τον ψεκασμό του εδάφους, καθώς η περιεκτικότητά του τελευταίου σε οργανικά λιπάσματα και η υγρασία του διατηρούνται καλύτερα, και απαιτείται λιγότερη επιφανειακή εδαφική κατεργασία. Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσίευσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (PE 438.591) και σε μελέτη που εκπόνησε η επιτροπή της γαλλικής κυβέρνησης για τη βιώσιμη ανάπτυξη (Δεκέμβριος 2009, αριθ. 15), εκτιμάται μείωση των δαπανών για τη χρήση λιπασμάτων στη Γαλλία έως και κατά 100 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Εν ολίγοις, τα πλεονεκτήματα της παραγωγής πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στο πλαίσιο της εκτεταμένης αμειψισποράς που προσδιορίζονται στις προαναφερθείσες μελέτες είναι τα ακόλουθα:

αύξηση της δέσμευσης αζώτου, δημιουργία ισόρροπης αναλογίας άνθρακα/αζώτου (C/N) στο έδαφος και βελτίωση της περιεκτικότητας σε οργανικά λιπάσματα• μείωση των ψεκασμών με φυτοφάρμακα και της χρήσης ζιζανιοκτόνων λόγω του περιορισμού των ασθενειών των φυτών και των επιδρομών ζιζανίων· βελτίωση της δομής του εδάφους.

Ποιότητα της παραγωγής πρωτεϊνούχων καλλιεργειών και σύνθετες ζωοτροφές

Η αποδοτικότητα της χρήσης πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στην παραγωγή ζωοτροφών εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την περιεκτικότητα των διαφόρων καλλιεργειών σε απαραίτητα αμινοξέα και από τη σύσταση των σύνθετων ζωοτροφών. Επί του παρόντος, θεωρείται ότι η σόγια παρέχει το υψηλότερο ποσοστό ενιαίας περιεκτικότητας στα εν λόγω αμινοξέα, με λίαν ικανοποιητική ισορροπία θρεπτικών συστατικών, ιδίως για την παραγωγή χοίρειου κρέατος και την πτηνοτροφία. Για τον λόγο αυτόν, η περιεκτικότητα των σύνθετων ζωοτροφών σε σόγια ανέρχεται σήμερα περίπου σε 50% για την ωοπαραγωγή, ενώ η πτηνοτροφική παραγωγή βασίζεται στη σόγια. Στην παραγωγή χοιρείου και βοείου κρέατος, η περιεκτικότητα των σύνθετων ζωοτροφών σε σόγια κυμαίνεται περίπου σε ποσοστό 28% και 21% αντιστοίχως. 

Οι δυνατότητες αντικατάστασης των εισαγωγών σόγιας και λοιπών προϊόντων ζωοτροφών που παράγονται σε τρίτες χώρες εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα νέα κίνητρα που παρέχονται στους γεωργούς για την ανάπτυξη των εν λόγω καλλιεργειών, καθώς και από την ύπαρξη επαρκών υποδομών για τη μεταποίησή τους σε ζωοτροφές. Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να εγκύψει στις ανωτέρω δυνατότητες για την ανόρθωση του υφιστάμενου χαμηλού επιπέδου της έρευνας, της επιλογής και εμπορίας, των γνώσεων παραγωγής, της αποθήκευσης και της χρήσης των εν λόγω καλλιεργειών για την παρασκευή ζωοτροφών στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις.

Ειδική στήριξη, έρευνα, υπηρεσίες γεωργικών εφαρμογών και κατάρτιση

Προκειμένου να προσφερθούν στους γεωργούς νέα κίνητρα για την ανάπτυξη και τη χρήση πρωτεϊνούχων καλλιεργειών σε συνδυασμό με την καλλιέργεια σιτηρών και ελαιούχων σπόρων, καθώς και υποπροϊόντων τους, η μεταρρύθμιση της ΚΓΠ θα πρέπει να περιλαμβάνει οριζόντια μέτρα, τα οποία δεν θα παρέχουν ειδική πριμοδότηση για τις καλλιέργειες, αλλά θα ενθαρρύνουν τις γεωργικές πρακτικές που ανταποκρίνονται στις νέες προκλήσεις, καλύπτοντας, ταυτόχρονα, την έλλειψη πρωτεϊνών στην Ένωση. Το άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 χρησιμοποιείται από πολλά κράτη μέλη στο πλαίσιο της παροχής ειδικής στήριξης για την παραγωγή πρωτεϊνούχων καλλιεργειών ως συμβολή στις γεωργοπεριβαλλοντικές πρακτικές. Ωστόσο, αυτή η εναλλακτική δυνατότητα θα πρέπει να αποτελέσει πρακτική ολόκληρης της ΕΕ για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων. Δέον είναι η Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο συμπληρωματικής ενίσχυσης με την υποχρεωτική εφαρμογή αμειψισποράς τουλάχιστον τεσσάρων διαφορετικών καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένης μίας τουλάχιστον πρωτεϊνούχου καλλιέργειας, καθώς και το ενδεχόμενο ενισχυμένης στήριξης για μη αρόσιμες μόνιμες χορτολιβαδικές εκτάσεις που περιλαμβάνουν ειδικές μεικτές καλλιέργειες χορτονομής-οσπριοειδών φυτών που προορίζονται για ζωοτροφές. Τα εν λόγω μέτρα όχι μόνο θα μείωναν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, αλλά και θα συνέβαλαν στην ανόρθωση του επιπέδου υγείας των φυτών και των ζώων. Δέον είναι επίσης η Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο ειδικής στήριξης για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε περιφερειακές, τοπικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις στο εσωτερικό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων προκειμένου για την αποθήκευση, τον καθαρισμό και τη μεταποίηση πρωτεϊνούχων καλλιεργειών στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις στο πλαίσιο προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης. Εξίσου σημαντική είναι η εκπόνηση μελέτης σχετικά με τις υφιστάμενες ελλείψεις στον τομέα της έρευνας και της παραγωγής σπόρων προς σπορά, συμπεριλαμβανομένων των αναγκών για βελτιωμένες υπηρεσίες γεωργικών εφαρμογών, καθώς και ο σχεδιασμός μιας αποκεντρωμένης προσέγγισης για ερευνητικά προγράμματα που θα λαμβάνει υπόψη τις τοπικές γνώσεις των γεωργών και βιώσιμα συστήματα γεωργικής παραγωγής. Επιπλέον, η Επιτροπή θα μπορούσε ενδεχομένως να εξετάσει την πιθανότητα επανασύστασης μιας γεωργικής ερευνητικής μονάδας υπό τη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης.

Προς την επίτευξη μιας καλύτερης ισορροπίας στην παραγωγή ζωικών και φυτικών πρωτεϊνών

Επί του παρόντος, παράγεται υψηλότατο ποσοστό πρωτεϊνούχων καλλιεργειών για την παρασκευή ζωοτροφών, ενώ η ανθρώπινη κατανάλωση οσπρίων στην ΕΕ παρουσιάζει συνεχή πτώση. Με γνώμονα τις δεσμεύσεις της ΕΕ για την ενεργή συμβολή της στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια και τη δυναμική καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, η μελλοντική πολιτική για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη δεν θα πρέπει να επικεντρώνεται μόνο στην επίτευξη μιας καλύτερης ισορροπίας στην παραγωγή ζωικών και φυτικών πρωτεϊνών με στόχο τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και της απορροής θρεπτικών συστατικών σε λεκάνες απορροής, αλλά θα πρέπει επίσης να παρέχει κίνητρα στους καταναλωτές, στις αρχές των δημοσίων συμβάσεων και στις υπηρεσίες τροφοδοσίας ώστε να προβαίνουν σε πιο ισορροπημένες, φιλικές προς το περιβάλλον και διαφοροποιημένες επιλογές τροφίμων στη διατροφή

Παράλληλα, η Επιτροπή θα πρέπει να αναλάβει νομοθετικές πρωτοβουλίες για τη μείωση των αποβλήτων από τρόφιμα σε όλη την τροφική αλυσίδα, συμπεριλαμβανομένων των εντοσθίων σφαγίων και των λιπαρών αποβλήτων, η χρήση ή η διάθεση των οποίων εξακολουθεί να μην υπόκειται σε επαρκές ρυθμιστικό πλαίσιο. Η Επιτροπή θα πρέπει να εφαρμόσει αυστηρά την αρχή της προφύλαξης στον εν λόγω τομέα, αλλά θα πρέπει επίσης να αναλάβει νομοθετικές πρωτοβουλίες για τη μείωση των αποβλήτων τροφίμων και τη βελτίωση της συνολικής ισορροπίας μεταξύ της ζωικής και φυτικής παραγωγής ενόψει των νέων προκλήσεων.

Για περισσότερα δείτε την έκθεση:

«Έλλειψη πρωτεϊνών στην ΕΕ: ποια η λύση σε ένα μακροχρόνιο πρόβλημα;»

Στέφανος Παπαπολυμέρου

papapolimerou@paseges.gr

Αφήστε μια απάντηση