«Ελληνική ασθένεια» ή ευρωπαϊκή κρίση; / των Σβεν Γκίγκολντ, Ρεβέκκα Χαρμς, Ράινχαρντ Μπιτικόφερ

«Ελληνική ασθένεια» ή ευρωπαϊκή κρίση; / των Σβεν Γκίγκολντ, Ρεβέκκα Χαρμς, Ράινχαρντ Μπιτικόφερ

«Griechische Krankheit» oder europäische Krise?

© The Greens / European Free Alliance

Μετάφραση: Μελίττα Γκουρτσογιάννη

Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι δραματική και κατεπείγουσα. Τα προβλήματα που προκύπτουν δεν περιορίζονται μόνο στην ίδια την χώρα, αλλά απειλούν και ολόκληρη την ΕΕ και την ευρωζώνη ειδικότερα. Η Πορτογαλία, η Ισπανία, αλλά και η Ιταλία και η Ιρλανδία αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα, αν και όχι τόσο σοβαρά. Δεν μπορούμε να πάρουμε αυτή την κρίση ελαφρά, γιατί θα μπορούσε να οδηγήσει σε οικονομική και πολιτική κατάρρευση της ΕΕ.

Οι λόγοι που υπαγορεύουν άμεση και αποτελεσματική δράση δεν είναι μόνον οικονομικοί, αλλά και καθαρά πολιτικοί. Η διαμάχη γύρω από την αντιμετώπιση της κρίσης έχει αναζωπυρώσει και ενισχύσει εθνικές προκαταλήψεις. Απειλεί να αποδιοργανώσει την ΕΕ. Η ελληνική κυβέρνηση και ιδίως ο αντιπρόεδρος Θεόδωρος Πάγκαλος, αισθάνεται ότι οι ισχυρές χώρες τους άφησαν στην τύχη τους. Σημειώνονται ακόμη και μεμονωμένες εκκλήσεις για μποϊκοτάζ γερμανικών προϊόντων. Οι αναφορές για αποζημιώσεις του Β’ παγκοσμίου πολέμου, τις οποίες η Γερμανία θεωρείται ότι δεν έχει εκπληρώσει, ερεθίζουν την ελληνική κοινή γνώμη, ενώ από την άλλη μεριά η γερμανική κοινή γνώμη τροφοδοτείται με ιστορίες για τις υποτιθέμενες αδιόρθωτες ατασθαλίες των Ελλήνων.

Για μας είναι σαφές ότι τα προβλήματα παραπέμπουν σε λήψη ριζικών μεταρρυθμιστικών μέτρων σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα: αφ’ ενός στην Ελλάδα και αφ’ ετέρου σε σχέση με την ανεπαρκή οικονομική και πολιτική ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θεωρούμε ότι μια επανεθνικοποίηση των λύσεων για την αντιμετώπιση των σημερινών δυσκολιών θα ήταν λύση οπισθοδρομική και μη ρεαλιστική. Επιπλέον θέλουμε να απαντήσουμε σε αυτήν την διπλή πρόκληση με την αποφασιστική δέσμευση για συλλογική εξέλιξη της Ευρώπης, όπου ο ανοιχτός, συλλογικός οικονομικός χώρος έχει εξίσου θέση όσο και η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, καθώς επίσης και η από κοινού προώθηση αξιών όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η προστασία του περιβάλλοντος, η ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα μέσα σε έναν παγκοσμιοποιημένο πλανήτη.
Καμία χώρα δεν πρέπει να αποχωρήσει από τη ζώνη του ευρώ

Κατά την άποψή μας τυχόν αποχώρηση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο θα ήταν πολιτικό και οικονομικό λάθος. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι μια τέτοια επιλογή θα έδινε στην Ελλάδα τη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματός της έναντι του ευρώ και με αυτό θα προκαλούσε βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της έναντι των άλλων κρατών-μελών (εντός και εκτός ευρωζώνης). Ωστόσο, η πραγματική αξία του συνολικού εξωτερικού της χρέους θα ανέβαινε, οπότε θα ήταν πιθανή η πτώχευση του ελληνικού κράτους. Εάν αποκλείσουμε αυτό το σενάριο, τότε πρέπει να εξετάσουμε τα αίτια της κρίσης στη ρίζα τους.

  

Τι επιτρέπει η Συνθήκη

Στο άρθρο 103 της συνθήκης της ΕΕ, υπάρχει πράγματι η ρύθμιση ότι η Ένωση δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη για τα χρέη των μεμονωμένων κρατών-μελών και δεν αναμιγνύεται στην εξόφληση των εν λόγω χρεών. Αυτή είναι η «ρήτρα μη ενίσχυσης», που τόσο συχνά αναφέρεται τις τελευταίες ημέρες.

Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο αυτή η θέση θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, τη στιγμή που έχουν δοθεί κρατικές εγγυήσεις για τη διάσωση ιδιωτικών τραπεζών. Συγκεκριμένα μάλιστα το άρθρο 122 της συνθήκης της ΕΕ που αναφέρεται στο πνεύμα της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών θα μπορούσε αντιστοίχως να ερμηνευτεί, ότι ανοίγει τη δυνατότητα να θεσπιστούν «συγκεκριμένα μέτρα» σε περίπτωση οικονομικών προβλημάτων. Θα μπορούσε να εφαρμοστεί δοκιμαστικά η χρήση των «κονδυλίων έκτακτης ανάγκης» της «ευρωπαϊκής επιτροπής». Το αποθεματικό αυτό κεφάλαιο προορίζεται πράγματι για την αντιμετώπιση νομισματικών προβλημάτων των κρατών- μελών της ΕΕ που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ. Πρόσφατα, η Ουγγαρία και η Λετονία έτυχαν τέτοιας βοήθειας.
Έξοδος από την κρίση με αμοιβαία και υπεύθυνη έκφραση της αλληλεγγύης

Ο πυρήνας των θέσεών μας για να ξεπεραστεί η κρίση στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες του ευρώ έχει στόχο την ανάληψη αποφασιστικής δράσης με πνεύμα αμοιβαίας αλληλεγγύης. Στην Αθήνα πρέπει να προωθηθούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και αλλαγές. Στις Βρυξέλλες πρέπει και μπορεί να υπάρξει κοινή αντιμετώπιση του προβλήματος.

Βραχυπρόθεσμα, τα μέλη της ευρωζώνης πρέπει να φροντίσουν να πέσει το επιτόκιο για τα δάνεια του ελληνικού κράτους (μείωση του «σπρεντ» έναντι των τόκων των γερμανικών δανείων κατά περίπου 3%), έτσι ώστε να μην στερηθεί η Ελλάδα τη δυνατότητα να ξεπεράσει την κρίση λόγω της συνεχούς κλιμάκωσης των επιτοκίων που πληρώνει για το υψηλό της χρέος. Για το σκοπό αυτό τα ευρωομόλογα θα μπορούσαν να είναι μια δυνατότητα ή, αν δεν πληρούνται οι σχετικές νομικές προϋποθέσεις, να υπάρξουν κοινές εγγυήσεις για τα δάνεια του ελληνικού κράτους.

Ως άμεσο μέτρο θα πρέπει να ανασταλεί το εμπόριο χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τα οποία σήμερα χρησιμοποιούνται για μαζική κερδοσκοπία εις βάρος της συνοχής της ζώνης του ευρώ. Εδώ η Γερμανία θα πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο.
Η αλληλέγγυα βοήθεια συνοδεύεται από έλεγχο

Η στενή επιτήρηση εκ μέρους της ΕΕ και του «γιούρογκρουπ»  επί των εύλογων ελληνικών δημοσιονομικών και διαρθρωτικών μέτρων είναι δικαιολογημένη και απαραίτητη. Σε αυτό πρέπει να περιλαμβάνεται και η απειλή κυρώσεων σε περίπτωση παραβιάσεων (π.χ. άρνηση καταβολής των κονδυλίων των διαρθρωτικών ταμείων). Είναι όμως σημαντικό τα σωστά μέτρα να κατανοηθούν και να εφαρμοστούν.

Στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα, είναι υπερβολικά φιλόδοξη η μείωση του ελλείμματος από περίπου 13% στο 3% του ΑΕΠ έως το 2012-2013 στα πλαίσια του προγράμματος σταθερότητας της ΕΕ. Τα αποτελέσματά του πρέπει να ελέγχονται για τη διατήρηση της ζήτησης σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Είναι σαφές ότι μόνο η μείωση των δαπανών σε μισθούς και κοινωνικές υπηρεσίες -όσο απαραίτητες και αν είναι- δεν είναι αρκετή για τη μείωση του ελλείμματος.

Χρειάζονται μέτρα αποτελεσματικά από οικονομική άποψη και πολιτική άποψη, με στόχο την αύξηση των κρατικών εσόδων, μέσω:

  • της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της φοροαπάτης,
  • της μεγαλύτερης αποδοτικότητας στον δημόσιο τομέα,
  • της μείωσης του μισθολογικού κόστους των δημοσίων υπαλλήλων, π.χ. στα υψηλά επιδόματα/bonus, καθώς και
  • της θέσπισης ειδικής εισφοράς λόγω κρίσης για τους εύπορους.

 

Η αύξηση των περιβαλλοντικών φόρων μπορεί εξάλλου να αποτελέσει κίνητρο για την αναδιάρθρωση της οικονομίας.

Τα μέτρα αναθεώρησης του κρατικού προϋπολογισμού και τα άλλα διαρθρωτικά μέτρα, για τη μείωση του εξαιρετικά υψηλού ελλείμματος, θα πρέπει να περιλαμβάνουν και τη μείωση των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών που ανέρχονται στο 4.1% του ΑΕΠ.

 
Το ελληνικό κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τα χρόνια ελλείμματα του ισοζυγίου πληρωμών, μέσω ενός προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία, το οποίο θα περιλαμβάνει την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της εισφοροδιαφυγής, της διαφθοράς και του μαύρου χρήματος και θα αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας στον τομέα της βιομηχανίας και στον (κυρίαρχο) τομέα των υπηρεσιών. Σε αυτό το χρονικό σημείο περισσότερο από το 60% των Ελληνίδων και των Ελλήνων στηρίζει τα μέτρα λιτότητας που ανακοίνωσε η κυβέρνηση. Η ΕΕ έχει συμφέρον αλλά και ευθύνη, να μην αφήσει να πάει χαμένη αυτή η συναίνεση. Γι αυτό τα μέτρα δεν πρέπει να είναι αντικοινωνικά ή ψευδεπίγραφα. Πρέπει να αποφεύγεται η αύξηση της κλασικής φορολογίας εισοδήματος σε μαζική κλίμακα. Η ανόρθωση της χώρας μπορεί να βασιστεί μόνο στην εφαρμογή και τον έλεγχο του σταθεροποιητικού προγράμματος, το οποίο πρέπει να είναι οικονομικά αποδοτικό και να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές και οικολογικές αξίες της ΕΕ.

Λόγω του τεράστιου ελλείμματος, που ανέρχεται γύρω στο 10% του ΑΕΠ το χρόνο, η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα θα είναι αναπόφευκτη. Λόγω όμως των πολλών χαμηλόμισθων υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα, μια μισθολογική πολιτική κοινωνικά αλληλέγγυα πρέπει να αποτελεί βασική φροντίδα.

Ακόμη, οι χώρες της ευρωζώνης με χρόνια πλεονάσματα στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών τους, όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Ολλανδία, πρέπει να αποφασίσουν τη μείωση των πλεονασμάτων που δεν βασίζονται στην εξέλιξη των μισθών λόγω παραγωγικότητας της εργασίας. Η Γερμανία, ως σημαντικός εμπορικός εταίρος της Ελλάδα και των άλλων νοτίων χωρών της ευρωζώνης, φέρει σημαντική ευθύνη στην περίπτωση αυτή. Αυτό ισχύει κατά έναν λόγο παραπάνω, γιατί το πλεόνασμα δημιουργήθηκε λόγω εμπορικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται εκτός ευρωζώνης. Η Γερμανία αντιμετωπίζει σημαντικό έλλειμμα στο εμπορικό της ισοζύγιο μόνο με την Κίνα. Ωστόσο, δεν θα ήταν εποικοδομητικό να ανταποκριθεί στην υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος με μείωση του κόστους εργασίας στους μισθούς, αφού κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή της ευρωζώνης.
Εν όψει των απαραίτητων μέτρων, η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να κατρακυλήσει σε παρατεταμένη ύφεση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο νομπελίστας οικονομολόγος Στίγκλιτζ (Stiglitz) πρότεινε να χρησιμοποιηθούν οι δαπάνες των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ με ένα μη κυκλικό τρόπο. Τα κονδύλια αυτά θα πρέπει να επενδυθούν στο πλαίσιο του «πράσινου «νιου ντιλ»», που οδηγεί στην οικολογική αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας.

 
Πέρα από τα συγκεκριμένα μέτρα, θα πρέπει επίσης να διερευνηθεί ποιος φέρει την ευθύνη για την ελληνική κρίση:

  • Ποιος γνώριζε για τη «δημιουργική λογιστική» στην Ελλάδα;
  • Ποιος εμπόδισε την εφαρμογή των απαραίτητων πολιτικών;
  • Τι ρόλο έπαιξαν τράπεζες, όπως η «Γκόλντμαν Σακς», που τζόγαραν πάνω στη συγκάλυψη;
  • Ποιος κρύβεται πίσω από τη σπέκουλα εναντίον της συνοχής της ευρωζώνης;

 

Θέλουμε το «ευρωπαϊκό κοινοβούλιο» (ΕΚ) να αναλάβει έρευνες.

Νομισματική ένωση και οικονομική διακυβέρνηση

Η σημερινή κρίση στην Ελλάδα αποδεικνύει από τη μία πλευρά, το εγγενές μειονέκτημα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος και από την άλλη την παράλυση της Ευρώπης από το 1999, η οποία μόνο δευτερευόντως έχει να κάνει με τα πλαστά στατιστικά στοιχεία που έδωσε η Ελλάδα για να εκπληρώσει τα κριτήρια του Μάαστριχτ.

Το κύριο πρόβλημα είναι ότι η «οικονομική νομισματική ένωση» (ΟΝΕ) δημιουργήθηκε χωρίς να βασίζεται σε μια κοινή οικονομική πολιτική, υπό την εσφαλμένη αντίληψη ότι οι ανισορροπίες θα διορθώνονταν μόνες τους μέσω των αγορών ή ότι η ΟΝΕ θα οδηγούσε σχεδόν αυτόματα σε πολιτική ένωση. Αυτό που βλέπουμε τώρα είναι ότι οι συνέπειες αυτού του εγγενούς μειονεκτήματος στέκονται εμπόδιο στην ευρωπαϊκής ολοκλήρωση.

Γι’ αυτό το λόγο η «ευρωπαϊκή επιτροπή» πρέπει επειγόντως να επεξεργαστεί προτάσεις για τη δημιουργία μιας «ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης», καθώς και το ΕΚ, που χάρη στη νέα «συνθήκη της Λισσαβόνας» έχει καταστεί οργανικός θεσμός της ΕΕ, να εξελιχθεί περαιτέρω, για να ανταποκριθεί σε μια τέτοια κατάσταση. Μια ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:

  • Την αποτελεσματική, συντονισμένη, αντικυκλική, δημοσιονομική πολιτική των χωρών-μελών,
  • τη μετάβαση από τον φορολογικό ανταγωνισμό προς την φορολογική συνεργασία και
  • την αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ στη βάση ιδίων εσόδων, που θα προωθεί την εξισορρόπηση της άνισης περιφερειακής ανάπτυξης.

 

Επιπλέον, η «γιούροστατ» πρέπει να έχει δικαίωμα να συλλέγει τα δεδομένα της απευθείας, να τα επαληθεύει και ενδεχομένως να τα δημοσιοποιεί.
Μεσοπρόθεσμα, πρέπει να μεριμνήσουμε μέσω της εφαρμογής ενός πτωχευτικού δικαίου για τα κράτη, να ρυθμίζεται εκ των προτέρων η κατανομή των βαρών σε περίπτωση δημόσιας υπερχρέωσης. Μέσω αυτού του μηχανισμού και οι πιστωτές του δημοσίου τομέα θα πρέπει να επιβαρύνονται με το μέρος του ρίσκου που τους αναλογεί. Ωστόσο, η πρωτοβουλία για έναν τέτοιο κανονισμό πτώχευσης μπορεί να αναληφθεί μόνον όταν η κατάσταση στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχει ηρεμήσει. Στην αντίθετη περίπτωση, τα βάρη των επιτοκίων των κρατών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο.


Ο Sven Giegold, η Rebecca Harms, Reinhard Bütikofer είναι ευρωβουλευτές του «ευρωπαϊκού πράσινου κόμματος»

πηγή: http://www.greens-efa.org/cms/pressreleases/dokbin/331/331858.die_griechisch_europaeische_krise_durchg@en.pdf

Αφήστε μια απάντηση