Τσιφόρος: Πρόταση για τα Τοπικά Σύμφωνα Ποιότητας .

Σε μια περίοδο κρίσης για τη χώρα μας, που επιβάλλει να ξανασκεφθούμε πολλά από την αρχή, μια κοινή διαπίστωση είναι ότι το μοντέλο ανάπτυξης που υιοθετήθηκε και λειτούργησε όλα αυτά τα χρόνια έφθασε στα όριά του, αδυνατώντας πλέον να ανταποκριθεί    στις ανάγκες της εθνικής  και  της περιφερειακής οικονομίας, αλλά και σε αυτές ακόμα τις ανάγκες της τοπικής οικονομίας και κοινωνίας.

Η αδυναμία του σημερινού μοντέλου ανάπτυξης εκδηλώνεται σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς, είτε μιλάμε  για τον  δευτερογενή τομέα, είτε μιλάμε για τον πρωτογενή και τον τομέα των υπηρεσιών, που μας ενδιαφέρουν, στην προκειμένη περίπτωση, άμεσα. Γραφειοκρατικές και συγκεντρωτικές δομές ανάπτυξης αποτελούν τροχοπέδη στην επιχειρηματικότητα, στην καινοτομία και στην ανταγωνιστικότητα τόσο του αγροτικού τομέα όσο και εκείνου των υπηρεσιών.

Αξίζει να σημειώσω – και καταλαβαίνει κανείς από τα στοιχεία αυτά σε πόσες στρεβλώσεις έχει οδηγήσει αυτό το μοντέλο- ότι το 70% των εξαγόμενων αγροτικών προϊόντων της χώρας προέρχεται σήμερα από δύο και μόνον Διοικητικές Περιφέρειες, την Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, οι οποίες αντιπροσωπεύουν  το 66% της απασχόλησης και το 63% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας.

Την ίδια στιγμή γίνεται όλο και επιτακτικότερη η απαίτηση των καταναλωτών για μια ήπια περιβαλλοντικά και ορθή διαχειριστικά ανάπτυξη  σε όλους τους κλάδους και τομείς.  Απαίτηση που συνδέεται με αυτό που ονομάζουμε πράσινη ανάπτυξη με την ευρύτατη δυνατή έννοια. Με επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, με ενσωμάτωση όλων των διαστάσεων της γνώσης και της πληροφορίας, με αποκεντρωμένες πολιτικές που αναδεικνύουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Και όσον αφορά στην αγροτική ανάπτυξη με την ανάδειξη και ενίσχυση της ποιότητας των αγροτικών-διατροφικών προϊόντων, που συμβαδίζει με την προστασία του περιβάλλοντος – με ορθές γεωργικές πρακτικές και/ ή ενίσχυση της παρουσίας των βιολογικών προϊόντων η παραγωγή των οποίων άλλωστε δημιουργεί, όπως έχει υπολογισθεί, τριπλάσια απασχόληση σε σχέση με την συμβατική – με τη στήριξη και ανάδειξη τουριστικών υπηρεσιών ποιότητας.

Έχουμε δώσει όλα αυτά τα χρόνια μικρή σημασία στα τοπικά, παραδοσιακά προϊόντα, που μπορούν να δώσουν διέξοδο σε πολλά αγροτικά νοικοκυριά και σε μικρές επιχειρήσεις μεταποίησης, ενώ παράλληλα έχουμε απολέσει την ιδιαιτερότητα του τουριστικού προϊόντος ξεχνώντας ότι ο επισκέπτης – Έλληνας ή αλλοδαπός-, επιθυμεί να γνωρίσει την ιστορία, τις πολιτισμικές παραδόσεις,  τη γαστρονομική   φυσιογνωμία της περιοχής. Έχουμε αγνοήσει παράγοντες όπως η συνεχώς διευρυνόμενη ζήτηση για προϊόντα με ειδικές απαιτήσεις, όπως τα τρόφιμα με χαμηλά λιπαρά, ή με περιορισμένη χρήση ζάχαρης. Το ίδιο ισχύει και για τα «κλιματικά ουδέτερα» (carbon free) προϊόντα, με τα οποία σύντομα θα εφοδιάζονται οι αλυσίδες λιανικής πώλησης, αλλά θα τα ζητούν και οι επισκέπτες μονάδων εστίασης. Αρκεστήκαμε σε μοντέλα, τόσο στη  γεωργία όσο και στον τουρισμό, όπου δραστηριοποιούνται πλέον ανταγωνιστές που αφού επένδυσαν στο χαμηλό κόστος δείχνουν να αντιλαμβάνονται πολύ γρήγορα και την σημασία της ποιότητας, όταν εμείς ακόμα προβληματιζόμαστε γι’ αυτήν.

Απαιτείται  για όλα  αυτά ένα νέο μοντέλο περιφερειακής ανάπτυξης και θέλω να ελπίζω ότι η νέα διοικητική διάρθρωση της χώρας που προωθείται με τον «Καλλικράτη» θα είναι αποτελεσματική και θα προσφέρει τις δυνάμεις εκείνες – σε ανθρώπινο δυναμικό υποδομή και πόρους- που απαιτεί το μοντέλο αυτό.

Στηρίζουμε θερμά τις προσπάθειες της τοπικής ανάπτυξης, όχι μόνον λόγω θέσης – οι συνεταιρισμοί καλύπτουν ακριβώς το σύνολο της επικράτειας- αλλά και από πεποίθηση, γιατί θεωρούμε ότι η τοπική αυτή ανάπτυξη πρέπει να ενσωματώνει τον πρωτογενή τομέα, τον τουρισμό, τον πολιτισμό, την οικολογία.

Σε ένα τέτοιο μοντέλο, που απαιτεί πρώτα και κύρια κοινωνική συναίνεση, η απάντηση μπορεί να είναι ένα Τοπικό Σύμφωνο Ποιότητας. Πρόκειται για μια κοινή συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων και άλλων φορέων μιας συγκεκριμένης περιοχής, που έχει ως στόχο την εξασφάλιση ορισμένων ελάχιστων κριτηρίων σχετικών με τις συνθήκες λειτουργίας τους, την ποιότητα των παραγομένων προϊόντων και των παρεχομένων υπηρεσιών. Η έννοια της ποιότητας  πρέπει να περιλαμβάνει  και στοιχεία που αφορούν τον τοπικό πολιτισμό, τις ιδιαίτερες πρακτικές παραγωγής και εν τέλει την ιδιοπροσωπία μιας περιοχής, πράγμα που εξασφαλίζει τον ολοκληρωμένο χαρακτήρα του εγχειρήματος.

Πρέπει ένα Τοπικό Σύμφωνο Ποιότητας να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για παροχή τουριστικών υπηρεσιών, αναβαθμισμένης ποιότητας. Να διαφυλάττει τα παραδοσιακά αισθητικά και καταναλωτικά πρότυπα της περιοχής, την πολιτιστική  κληρονομιά.  Να προστατεύει το περιβάλλον  από τις τουριστικές δραστηριότητες, αλλά και τους καταναλωτές και επισκέπτες από κερδοσκοπικές πρακτικές. Να αναδεικνύει τον αγροτικό πολιτισμό και να ενσωματώνει τα τοπικά και παραδοσιακά αγροτικά προϊόντα στην προσφερόμενη εστίαση.

Μέσω ενός  Τοπικού Συμφώνου Ποιότητας  μπορεί να επιτευχθεί (με σημαντική συμπίεση του κόστους) η από κοινού προβολή των επιχειρήσεων του κλάδου, της περιοχής και των δυνατοτήτων που προσφέρει στον επισκέπτη. Η διεύρυνση των αγορών και η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Η ομοιόμορφη, ποιοτική και οργανωμένη παροχή υπηρεσιών, η οργάνωση δραστηριοτήτων για τον ελεύθερο χρόνο των επισκεπτών, με σκοπό την παραμονή τους για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα στην περιοχή (μετακίνηση, ξενάγηση, δραστηριότητες κ.λ.π.). Μια διευρυμένη διέξοδος για τα αγροτικά προϊόντα  και η συνεργασία των εταίρων του ΤΣΠ με στόχο το αμοιβαίο όφελος πάντα με σεβασμό τις ανάγκες και επιθυμίες των πελατών ή/ και των επισκεπτών, κάτι που αποτελεί αναγκαία συνθήκη επιτυχίας.

Ο τρόπος   λειτουργίας ενός Τοπικού Συμφώνου Ποιότητας είναι ένα τεχνικό θέμα, στο οποίο δεν θα ήθελα να επεκταθώ θεωρώντας ότι πρόκειται για κάτι δευτερεύον. Το βασικό και ουσιαστικό είναι να γίνει κατανοητή η ανάγκη, να εξασφαλισθεί κατ’ αρχάς η συναίνεση και να είναι σαφές σε όλους τι επιδιώκεται, ποιες είναι οι δεσμεύσεις και ποια τα οφέλη.

Απαιτείται από την αρχή η μέγιστη δυνατή συμμετοχή από διαφορετικούς κλάδους της τοπικής οικονομίας ώστε με την ευρύτητά του το ΤΣΠ να δώσει ευθύς αμέσως το στίγμα του στην τοπική κοινωνία και να μπορέσει να κινητοποιήσει ευρύτερες δυνάμεις.

Πρέπει ταυτόχρονα να αντιμετωπισθεί και το ζήτημα  της  χρηματοδότησής του. Τα υπουργεία Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Τουρισμού και Πολιτισμού θα πρέπει να συνεργαστούν και στα πλαίσια του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου  Αναφοράς 2007 – 2013 να αναζητήσουν πόρους για  τη δημιουργία, τη στήριξη και τη λειτουργία ΤΣΠ, σε περιοχές όπου θα εκδηλωθούν παρόμοιες πρωτοβουλίες. Η χρηματοδότηση αυτή μπορεί να ενταχθεί όσον αφορά στο  Υπουργείο  Αγροτικής  Ανάπτυξης  και Τροφίμων, είτε στον Άξονα 3 : «Ποιότητα ζωής στις αγροτικές περιοχές και διαφοροποίηση της αγροτικής οικονομίας» είτε στον Άξονα 4: «Εφαρμογή της Προσέγγισης Leader» του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013 «Αλέξανδρος Μπαλτατζής». Πιστεύω ωστόσο ότι μπορεί και πρέπει να επιτευχθούν συνέργιες και με το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού

Αφήστε μια απάντηση