Ο πολιτισμός του λαδιού και της ελιάς


Όλο το τοπίο το αισθανόμαστε λουσμένο στο πράο φως των καντηλιών. Ήταν σαν, πίσω από την πλάτη μας, να υπήρχε μια υπερκόσμια αντηρίδα, σαν την αδιατάρακτη ασφάλεια της ροής του χρόνου και της ιστορίας.
Εκεί μέσα στο ασπρισμένο με ασβέστη εκκλησάκι έκαιγε μια φλογίτσα που συμπύκνωνε το νόημα της ύπαρξης, την έννοια της διάρκειας, της ασφάλειας, της ειρήνης. Ήμασταν -ευτυχώς- ανυποψίαστες.

Μνήμες φωτός
Της Εύης Βουτσινά
Οι γυναίκες τραβούσαν το κάτω μέρος του καντηλιού που ανεβοκατέβαινε κυλώντας σε αλυσίδες, τα γέμιζαν με το λάδι που είχαν φέρει, έβαζαν καινούργια φιτιλάκια (τσιρίνια τα λέμε στη Λευκάδα) στις καντηλήθρες και τα άναβαν. Ανέβαζαν μαλακά το καντήλι και η φλογίτσα βρισκόταν στο κέντρο του γυαλιού που ήταν μπλε, πράσινο ή κόκκινο. Γύρω χυνόταν ένα χαμηλότονο έγχρωμο φως που μαλάκωνε τα πάντα.
Εμείς ξεφυλλίζαμε λίγο τα παλιωμένα βιβλία που ήταν πάνω στο ψαλτήρι στα οποία κάθε παράγραφος άρχιζε με ένα χοντρό και καλλιγραφικό κόκκινο γράμμα. Οι μεγάλες σταυροκοπιόνταν μουρμουρίζοντας, ποιος ξέρει τι, προσκυνούσαν και μετά βγαίναμε έξω να ξεκουραστούμε στα πεζούλια.
Φως εντός και εκτός
Εκείνες οι στιγμές ήταν ο παράδεισος. Λουλούδια κι ευωδιές από τη φύση, αλλιώτικες κάθε εποχή, γνώριμες όμως, το γκρι πράσινο από τις ελιές, καθησυχαστικό μέσα στο γλαυκό Ιόνιο φως με τις μύτες των κυπαρισσιών να ξετσουμίζουν εδώ κι εκεί προ τον ουρανό. Με έναν περίεργο, μαγικό, νομίζεις, τρόπο όλο το τοπίο το αισθανόμαστε λουσμένο στο πράο φως των καντηλιών. Ήταν σαν, πίσω από την πλάτη μας, να υπήρχε μια υπερκόσμια αντηρίδα, σαν την αδιατάρακτη ασφάλεια της ροής του χρόνου και της ιστορίας. Εκεί μέσα στο ασπρισμένο με ασβέστη εκκλησάκι έκαιγε μια φλογίτσα που συμπύκνωνε το νόημα της ύπαρξης, την έννοια της διάρκειας, της ασφάλειας, της ειρήνης. Ήμασταν -ευτυχώς- ανυποψίαστες.

Απέξω εμείς οι μικρές μαζεύαμε λουλούδια, ανάλογα με την εποχή κυκλάμινα, ανεμώνες, μανουσάκια, μαργαρίτες, ενώ οι μεγάλες άρχιζαν τη διαδικασία του καφέ. Είχαν κουβαλήσει από τα σπίτια λίγο νερό, το μπρίκι, το τενεκεδένιο κουτί που μέσα ήταν χωρισμένο στα δύο και είχε τη ζάχαρη και τον καφέ, το κουταλάκι και τα φλιτζανάκια του. Η Ποπούλα (πάντα αυτή έπαιρνε όλες τις τρυφερές πρωτοβουλίες) μάζευε από κάτω κάμποσα λεπτά κλαδάκια και άναβε μια τόση δα μικρή φωτίτσα. Στη στιγμή έφτιαχναν το καφεδάκι τους και το έπιναν κουβεντιάζοντας.
Εμένα μ’ έτρωγε ζήλια γιατί πολύ τον λιμπιζόμουνα τον καφέ, με τραβούσε το άρωμά του αλλά, ούτε λόγος να γίνεται, «τα παιδιά δεν πίνουνε καφέ, μαυρίζουν τα δόντια» κι έτσι έμενα με τον καημό.
Αυτοί οι αποκλειστικά γυναικείοι περίπατοι για το άναμμα των καντηλιών είναι από τις ουσιαστικές μου αναμνήσεις.

Κάποτε αποφάσισα να ξαναπάω.
Τα εκκλησάκια στρωμένα κάτω με μαρμαρίνες και τον χειμώνα με χοντρές ψαθομοκέτες. Και η πιο μεγάλη έκπληξη: στο σημείο που άφηναν τα μπουκάλια με το λάδι ήταν τακτοποιημένα 5-6 αγοραστά πλαστικά μπουκάλια με σπορέλαια.

«Δεν πειράζει», μου είπε μια κυρία, «για το καντήλι καλό είναι»!
Με κίνδυνο να δυσαρεστήσω όσους αρνούνται τη ρίζα της ψυχής (που τρέφει ωστόσο κάθε βλαστάρι του μέλλοντος), την ανάμνηση, θα δηλώσω προσήλωση στο αξιακό σύστημα που μοίραζε δίκαια το καλό λάδι ανάμεσα στο πιάτο και στο πνεύμα.

Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα «Καθημερινή» 28/03/2004.

Αφήστε μια απάντηση