Μακρή-Θεοδώρου: Να επανεξεταστεί η αδειοδότηση κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων

Την αποτυχία του νόμου 4056/2012, που αφορά την αδειοδότηση κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, παραδέχτηκε ο αναπληρωτής υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος, απαντώντας στη Βουλή σε ερώτηση της κ. Ελένης Μακρής – Θεοδώρου, βουλευτή Φθιώτιδας. Ο κ. Χαρακόπουλος ανέφερε ότι επανεξετάζεται το σύνολο του νόμου. Όπως δήλωσε «μια από τις αδυναμίες της ελληνικής κτηνοτροφίας είναι και η μη αδειοδότηση των στάβλων. Ο νόμος 4056 επιχείρησε την απλοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης, η εφαρμογή όμως στην πράξη αυτού του νόμου δείχνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα».

Και πρόσθεσε ότι «πρόσφατα υπήρξε συνάντηση με τους εκπροσώπους των κτηνοτρόφων, όπου φάνηκε ότι υπάρχει σύγκλιση απόψεων στις βασικές κατευθυντήριες γραμμές. Επεξεργαζόμαστε λύσεις προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία εξαίρεσης από την κατεδάφιση και να νομιμοποιηθούν οι ενδιαφερόμενοι κτηνοτρόφοι χωρίς την επιβολή προστίμων».
Από την πλευρά της η κ. Ελένη Μακρή – Θεοδώρου, στην ερώτηση που κατέθεσε επεσήμανε ότι «στη Φθιώτιδα υπάρχουν 2.500 κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις από τις οποίες έχουν αδειοδοτηθεί μόλις 100.

Σε όλη την περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας υπάρχουν 11.000 κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις και από αυτές αιτήσεις για αδειοδότηση έχουν υποβάλλει μόλις 500 και από αυτές ελάχιστες έχουν αδειοδοτηθεί. Από αυτά γίνεται φανερό ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του νόμου και η τελική αδειοδότηση των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Φαίνεται ένα πλήρες αδιέξοδο».

Αναλυτικότερα στην Ερώτησή της η κ. Ελένη Μακρή – Θεοδώρου, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Στην Ελλάδα το 85% των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων δεν έχει άδεια λειτουργίας.

Με την πάροδο 7 μηνών από τη δημοσίευση του νόμου και την κοινοποίηση δύο διευκρινιστικών εγκυκλίων του ΥπΑΑΤ, οι απλοποιήσεις που ανέφερε ο νόμος αίρονται, καθώς όλες οι παλιές συναρμόδιες αδειοδοτούσες υπηρεσίες επανέρχονται, όχι σαν μέλη των αρμόδιων επιτροπών, αλλά ως διαδικασία γνωμοδοτήσεων (αρχαιολογία, πολεοδομία, δασαρχείο κ.α.).

Σαν παράδειγμα ανέφερε η βουλευτής το δασαρχείο Λαμίας, το οποίο προκειμένου να εκδώσει έγκριση εγκατάστασης δίπλα σε δασική έκταση (όπως προβλέπει ο νόμος), απαιτεί να κινηθεί η διαδικασία πράξης χαρακτηρισμού και ακόμη ζητά ο χρόνος των τριών μηνών, που προβλέπει ο νόμος για την έγκριση ή όχι της εγκατάστασης, να αρχίζει όχι από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης του δικαιούχου, αλλά από την ημέρα που το δασαρχείο θα κινήσει τη διαδικασία έγκρισης της πράξης χαρακτηρισμού.

Έτσι ουσιαστικά καταργείται η πρόβλεψη του νόμου για τη σύντομη χρονικά αδειοδότηση.

Επίσης η οικονομική επιβάρυνση των κτηνοτρόφων των πρόχειρων εγκαταστάσεων και η συγκέντρωση δικαιολογητικών του φακέλου, κρίνεται σημαντική και θεωρείται «απαγορευτική» για πολλούς κτηνοτρόφους, με τις σημερινές δύσκολες οικονομικές συνθήκες που υπάρχουν.

Αυτό το γεγονός αποθαρρύνει μεγάλο αριθμό κτηνοτρόφων να καταθέσουν φακέλους.
Ακόμη η παράλειψη σύστασης δευτεροβάθμιων περιφερειακών επιτροπών εκδίκασης ενστάσεων, αφαιρεί τη δυνατότητα επίλυσης επιτόπου κάποιων διαφορών.
Οι επιτροπές για τις εγκαταστάσεις σταβλισμού αποτελούνται από υπαλλήλους με διαφορετική άποψη για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, φαίνεται ότι δεν αποδίδει.
Έχει διαπιστωθεί σύγχυση στην ερμηνεία του όρου «πρόχειρα» καταλύματα ζώων.

Η εμπλοκή της Πολεοδομίας και η ερμηνεία που αυτή προσδίδει στον όρο αντίκειται στο πνεύμα του νόμου».

Απαντώντας ο Αναπληρωτής Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος, δήλωσε τα εξής:
«Μια από τις χρόνιες παθογένειες που χαρακτηρίζει την ελληνική κτηνοτροφία είναι η γραφειοκρατία και τα εμπόδια και οι δυσκολίες που υπάρχουν για την αδειοδότηση και λειτουργία των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων.

Το ποσοστό του αγροτικού εισοδήματος που προέρχεται από την κτηνοτροφία μόλις και μετά βίας αγγίζει το 30% του συνολικού. Μια από τις αδυναμίες της ελληνικής κτηνοτροφίας είναι και η μη αδειοδότηση των στάβλων.

Ο νόμος 4056 επιχείρησε την απλοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης η εφαρμογή όμως στην πράξη αυτού του νόμου δείχνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα.

Ήδη επανεξετάζεται το σύνολο του νόμου.

Πρόσφατα υπήρξε συνάντηση με τους εκπροσώπους των κτηνοτρόφων, όπου φάνηκε ότι υπάρχει σύγκλιση απόψεων στις βασικές κατευθυντήριες γραμμές.

Επεξεργαζόμαστε λύσεις προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία εξαίρεσης από την κατεδάφιση και να νομιμοποιηθούν οι ενδιαφερόμενοι κτηνοτρόφοι χωρίς την επιβολή προστίμων.
Είμαστε επιφυλακτικοί στην εκδίκαση ενστάσεων σε επίπεδο περιφερειακής ενότητας, εκτιμούμε ότι η επιβολή κυρώσεων δεν θα πρέπει να γίνεται από αιρετούς.

Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό «πρόχειρων» εγκαταστάσεων, το τελευταίο χρονικό διάστημα γινόμαστε και εμείς αποδέκτες καταγγελιών ότι κάποιες υπηρεσίες δείχνουν υπερβάλλοντα ζήλο καταστρατηγώντας το πνεύμα του νόμου.

Επικοινώνησα με τους Ειδικούς Γραμματείς Δασών και Χωροταξίας, οι οποίοι δεσμεύτηκαν ότι θα εκδώσουν σχετική εγκύκλιο, για την απλοποίηση των διαδικασιών ίδρυσης και λειτουργίας κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων αλλά και η νομιμοποίηση των ήδη υφιστάμενων με μείωση του κόστους αδειοδότησης.

Θυμίζω, όμως, ότι για τα πρόχειρα καταλύματα δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας.

Επιπλέον, ο χρόνος αδειοδότησης μειώνεται στον έναν από τους τρεις μήνες που απαιτούνται για τις άλλες κατηγορίες κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, ενώ δεν απαιτείται περιβαλλοντική άδεια για εγκαταστάσεις έως τετρακόσια αιγοπρόβατα, εκτός περιοχών NATURA, σύμφωνα με τον 4014/2011».

Στη δευτερολογία της η βουλευτής Φθιώτιδας, πρότεινε την προσκόμιση μόνο του χαρτογραφικού του ΟΣΔΕ για την αδειοδότηση.

Συγκεκριμένα είπε μεταξύ άλλων τα εξής: «Χαίρομαι που αναγνωρίζει το πρόβλημα η ηγεσία του ΥπΑΑΤ.

Για την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης των υφιστάμενων κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, η προσκόμιση του χαρτογραφικού του ΟΣΔΕ θα ήταν επαρκής. Ακόμη θα ήταν αρκετή μια έκδοση υπουργικής απόφασης, ώστε να δίνεται χορήγηση προσωρινής άδειας για την επόμενη πενταετία και να γίνεται η σύσταση δευτεροβάθμιων επιτροπών στις έδρες των περιφερειών».

Απαντώντας στη δευτερολογία του ο κ. Χαρακόπουλος ανέφερε ότι:
«Η προσκόμιση του χαρτογραφικού δεν είναι επαρκές στοιχείο, γιατί δεν δίνει επαρκείς πληροφορίες για τις αποστάσεις της εγκατάστασης από ξενοδοχεία, οικισμούς και πηγές.

Με βάση τα στοιχεία του ΟΠΕΚΕΠΕ, η χώρα μας διαθέτει 103.000 κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν πάνω από 300.000 εργαζόμενους.
Στόχος μας δεν είναι να αποτρέψουμε το κλείσιμο των ήδη υφιστάμενων σταβλικών εκμεταλλεύσεων, αλλά να δώσουμε τα κίνητρα, προκειμένου να ασχοληθούν ακόμη περισσότεροι άνθρωποι με την κτηνοτροφία.
Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά στην επανεκκίνηση της οικονομίας μας.

Να σας αναφέρω επίσης ότι ο ετήσιος τζίρος της φέτας ανέρχεται στο 1 δισ. ευρώ. Για να ενισχύσουμε την κτηνοτροφία έχουμε δώσει προτεραιότητα στην αξιολόγηση και έγκριση των Σχεδίων Βελτίωσης που αφορούν την κτηνοτροφία. Από τις 7.700 αιτήσεις ένταξης στα Σχέδια Βελτίωσης, πάνω από 1.500 είναι προτάσεις για επενδύσεις στην κτηνοτροφία, στις οποίες δίνουμε σαν ΥπΑΑΤ προτεραιότητα.

Η κτηνοτροφία έχει μέλλον.

Και ιδιαίτερα μετά το 2014, με την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ θα δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάπτυξη της ζωικής παραγωγής».
Πηγή: Αγρότυπος 5-11-2012

Αφήστε μια απάντηση